Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Τα παιδιά της μοναξιάς

Έφυγε.
Μόλις έφυγε. «Όλος ο κόσμος να είναι καλά και τελευταία εγώ», μας είπε ανοίγοντας την πόρτα του ασανσέρ και μας χαιρέτισε κουνώντας το χέρι με παιδιάστικη
τσαχπινιά, πριν η αυτόματη πόρτα αυτού του γκροτέσκου κουτιού, κλείσει.

Τώρα θα πάρει ταξί, να πάει στο νοσοκομείο να κάνει τη θεραπεία της. «Δεν θέλω κανέναν», μας είχε πει προηγουμένως. «Δε θέλω να με επισκέπτονται». Γι’ αυτό επισκέφθηκε εκείνη εμάς. Για να διεκπεραιώσει μια κοινωνική υποχρέωση, ίσως. Για να αποφύγει μια ανεπιθύμητη παρεξήγηση, ίσως. Γιατί κανείς δε θα καταλάβαινε γιατί δε θέλει κανέναν, ίσως. Μια εκκεντρική φιγούρα με μόνο της οξυγόνο, μόνο της συνδετήρα με τη ζωή, την τέχνη. Θέατρο, μουσική…

Κανείς δεν ξέρει πως είναι η καθημερινότητά της. «Εγώ είμαι σαν τη γάτα», μας είπε ακόμα. «Η γάτα όταν αρρωσταίνει κρύβεται γιατί δε θέλει να τη δει κανείς». Φοβάται το θάνατο. Φοβάται τις τελευταίες ώρες. Φοβάται την ανημποριά, όταν, ίσως –Θεός φυλάξοι- χάσει την αυτάρκειά της. Αλλά ο κύριος φόβος της για την κόλαση που είναι οι άλλοι –κατά Σαρτρ- δεν μπορεί, οπωσδήποτε, να νικήσει τους προηγούμενους φόβους της. Καταφυγή της ο εαυτός της. Καταφυγή της η μοναξιά.


Κάθισε. Και τώρα μπορούσε να αρχίσει η ιεροτελεστία. Η ιεροτελεστία που γνωρίζουν τόσο καλά τα γκαρσόνια του κέντρου των Αθηνών και του Ναυπλίου: Θα βγάλει το ρολόι και θα το ακουμπήσει μπροστά του. Για να μη μπορεί η ματιά του να ξεφύγει κατά κανέναν τρόπο από τον μετρητή των ωρών; Για να μη σηκώνει συνέχεια το μανίκι και κάνει μια κίνηση που θα τον έκανε νευρικό; Για να μην του διαφύγει η πολύτιμη αίσθηση του χρόνου αυτήν την τόσο ιδιαίτερη στιγμή; Κανένα από τα γκαρσόνια, άλλα και οι άλλοι τακτικοί θαμώνες που «τον ξέρουν», δε γνωρίζουν.

Θα παραγγείλει μπύρα. Συγκεκριμένη μάρκα. Συγκεκριμένο μέγεθος ποτηριού. Και θα την πιεί έχοντας το ρολόι μπροστά του. Χωρίς να το κοιτάει. Στην πραγματικότητα δεν το χρειάζεται. Το εσωτερικό του ρολόι, ξέρει ποια είναι η ώρα που πρέπει να αποχωρήσει, εν αντιθέσει με τα γκαρσόνια και τους τακτικούς θαμώνες, που ποτέ δεν έμαθαν πόση είναι, τελικά, η ώρα αυτής της τελετής. Μισή ώρα; 45 λεπτά; Μία ώρα;

Έχει λεφτά. Αυτό είναι σίγουρο καθότι είναι και το μόνο που ψιθυρίζεται γι’ αυτόν. Μαζί με κάτι αόριστους υπαινιγμούς για τις ερωτικές του προτιμήσεις. Παρ’ όλο που κανείς ποτέ δεν είδε ή άκουσε τίποτα, άλλα κοζερί να γίνεται…

Μόνος. Πάντα μόνος. Ένας, με την πρώτη ματιά, απλός παππούλης με ένα ολόλευκο στεφάνι μαλλιών να πλαισιώνει το γυμνό κρανίο του και φευγαλέα να φέρνει στο νου ένα ποίημα του Καβάφη… Μόλις τελειώσει την μπύρα ή λίγο πιο μετά –είπαμε κανείς δεν ξέρει την ακριβή διάρκεια της τελετής- θα ξαναβάλει το ρολόι του. Θα βάλει και τα γυαλιά ηλίου του, χρώματος ταμπά και θα εξαφανιστεί για να επιστρέψει την επόμενη μέρα για την καινούρια τακτική μυσταγωγία.


Παιδεύτηκε. Προσπαθούσε να χώσει το φάκελο στη σχισμή που άφηνε το κάτω μέρος της πόρτας, άλλα δεν τα κατάφερνε και φοβόταν μήπως το παραμόρφωνε τσακίζοντάς το. Ο ταχυδρόμος που είχε αναλάβει τον τομέα αυτής της περιοχής, ήξερε ότι ήταν μάταιο να χτυπήσει το κουδούνι αυτού του σπιτιού. Κι όμως από το γραφείο, τον είχαν κατηγορηματικά πληροφορήσει στις επίμονες ερωτήσεις του, ότι ο ένοικος δεν είχε αλλάξει διεύθυνση. Τουλάχιστον, δεν υπήρξε ποτέ κάποια ειδοποίηση για κάτι τέτοιο. Έτσι, το άφησε κι αυτός το ζήτημα και συνέχισε να πετάει κάτω από την πόρτα τα γράμματα, τους λογαριασμούς, τις ειδοποιήσεις, τα διαφημιστικά κι όλο αυτό το στροβιλιζόμενο χαρτομάνι που περιβάλλει, θέλοντας και μη, τη ζωή κάθε «κανονικού» ανθρώπου.

Τους τελευταίους μήνες όμως αυτή η δουλεία γινόταν αυξανόμενα επίπονη και εργώδης, μέχρι τη σημερινή μέρα που το γράμμα δεν έλεγε να χωρέσει με τίποτα.

Ακόμη κι ο κλειδαράς που έφτασε λίγα λεπτά αργότερα με τη συνοδεία της αστυνομίας, δυσκολεύτηκε να ανοίξει την πόρτα που εμπόδιζε μια στοίβα από κλειστούς φακέλους και άλλα γυμνά ιλλουστρασίον χαρτιά διαφημίσεων. Λογικό. Ο ένοικος είχε να κουνηθεί από τη θέση που, τελικά, τον ανακάλυψαν, πάνω από έξι χρόνια, όπως υπολόγισε ο αρμόδιος επιστήμων.


Έφτασε. Έπρεπε να κάνει γρήγορα γιατί, σήμερα Δευτέρα, είχε αργήσει. Παρ’ όλο που έξω μόλις πριν μισή ώρα χάραξε. Είχε να καθαρίσει τρεις ορόφους, πριν οι πρώτοι,τακτικοί υπάλληλοι πάρουν θέση στα γραφεία τους. Πήρε την ηλεκτρική σκούπα να καθαρίσει τη μοκέτα των αιθουσών του τρίτου ορόφου, αρχικά, όπως έκανε κάθε πρωί. Μπαίνοντας στην μεγάλη αίθουσα με τα πολλά γραφεία –τα γραφεία των υφισταμένων- διέκρινε στο βάθος μια σιλουέτα. Μισόκλεισε τα μάτια μήπως παρέβλεψε· δεν τη βοηθούσε και το ελάχιστο φως της αυγής, μιας ούτως ή άλλως συννεφιασμένης μέρας. Όμως, πράγματι, κάποιος καθόταν στο γραφείο του αυτήν την ώρα, σκυμμένος στα γραφτά του, με τον αριστερό αγκώνα να ακουμπά στο γραφείο και το χέρι να στηρίζει το κεφάλι και να κρύβει τα μάτια.

Ο μεσήλιξ υπάλληλος, ο πάντα απομονωμένος, απόμακρος και λιγομίλητος, είχε πιά περιορίσει τον τελευταίο καιρό τις καθημερινές χαιρετούρες και τα καλημερίσματα με τους άλλους συναδέλφους κι εκείνοι ανταποκρινόμενοι στα σήματα αφιλίας που εξέπεμπε δεν τον χαιρετούσαν πλέον καθόλου. Και σιγά-σιγά έπαψε να υπάρχει στο οπτικό τους πεδίο και έγινε απλώς ένα υπερμέγεθες εξόγκωμα του συνολικού όγκου του γραφείου στο βάθος. Έτσι ο τελευταίος «συνάδελφος» που έφυγε την Παρασκευή το απόγευμα δεν τον είδε, φυσικά, να κάθεται στην συνηθισμένη του στάση και έσβησε το φως πριν κλείσει την πόρτα. Κι ο υπάλληλος, ο πληγμένος από μια ύπουλη και άνιχνη, θανάσιμη καρδιακή προσβολή πέρασε το σαββατοκύριακο στο γραφείο του, στη συνηθισμένη του στάση.


Επιμύθιο. Υπάρχει άραγε επιμύθιο; Κατ’ αρχάς, ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη για την κατάθλιψη που ενδεχομένως θα προκληθεί σε όποιον επιχειρήσει να διαβάσει αυτό το κείμενο, χρονιάρες μέρες. Ξαναγυρνώντας στο επιμύθιο, δε θα ήθελα να συνδεθεί η ανάρτηση με την ετήσια σύσταση κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, να θυμόμαστε τους μοναχικούς ανθρώπους. Αυτό εξυπακούεται και φυσικά αυτή η «ανάμνηση» των μοναχικών δεν πρέπει να είναι «επετειακή». Όμως έχω την εντύπωση πως αυτή η σύσταση αφορά κατ’ εξοχήν τους μοναχικούς εκείνους, που έγιναν μοναχικοί άκοντες, αφού τους ξέχασαν επιδεικτικά και άστοργα οι οικείοι τους.

Οι αληθινές ιστορίες μου (μερικές από το κοντινό μου περιβάλλον, άλλες παρμένες από γεγονότα που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες) αφορούν μια άλλη κάστα μοναχικών που με τη σειρά της χωρίζεται σε δύο επιμέρους παρακλάδια: τους μοναχικούς που σχεδόν από την αρχή της ζωής τους αποφάσισαν να είναι μοναχικοί και κλείστηκαν από νωρίς στον εαυτό τους, μη αφήνοντας καμιά χαραμάδα προσέγγισης. Και τους μοναχικούς που ενώ προσπάθησαν να αλλάξουν, κουράστηκαν στην πορεία και είδαν ότι ήταν χαμένος κόπος. Κατάλαβαν, δηλαδή, ότι δεν είχαν ταλέντο στη ζωή. Πράγματι, χρειάζεται κάποιο ταλέντο για να διάγει κανείς τη ζωή. Πολλοί ίσως δεν το καταλαβαίνουν, γιατί ακολουθούν –ασυναίσθητα φυσικά- τη μέθοδο του ακροβάτη: ο ακροβάτης για να μην πέσει, πρέπει να μην σκέφτεται τι κάνει εκείνη τη στιγμή και ότι είναι ακροβάτης. Αν έστω και για μια στιγμή αποκτήσει συναίσθηση του εγχειρήματός του, τότε πέφτει. Όλοι οι ταλαντούχοι άνθρωποι δεν κάθονται να αναλύσουν το ταλέντο τους και το πώς και γιατί το έχουν. Το αντιλαμβάνονται και το καλλιεργούν.

Αρά; Είναι κακιά η μοναξιά και ξορκισμένη με τον απήγανο και βγείτε όξω για σόπινγκ θέραπυ και κουσκουσουριό θέραπυ στα παντοειδή mall-ια, για να μην πέσετε;

Ή μήπως να πιστέψουμε τους παγκόσμιους στοχαστές και ποιητές και διανοουμένους που ορκίζονται, ότι η μοναξιά είναι δημιουργική; «Ο εκτός πόλης –μονήρης- άνθρωπος είναι είτε θηρίο είτε θεός», είπε ο Αριστοτέλης. «‘Η μπορεί να είναι και τα δύο. Και αυτός είναι ο φιλόσοφος», συμπλήρωσε ο Νίτσε.


Η μοναξιά είναι σίγουρα δημιουργική και για να καρποφορήσουν τα ερεθίσματα που δεχόμαστε καθημερινά, τα αναγνώσματα και τα ακούσματά μας, χρειάζεται να τα επεξεργαστούμε με ησυχία και μένοντας μόνοι. Αλλά και για την ενδοσκόπηση και την αυτογνωσία χρειάζεται μοναξιά.

Μέτρον, λοιπόν; Κι αριστοτελική μεσότης; Εύκολες λύσεις, θα πει κανείς και δε θα’ χει άδικο. Στην πράξη είναι διαφορετικά και συνήθως καταλήγουμε να δρούμε σύμφωνα με τις κλίσεις του χαρακτήρα μας. Αυτό όμως που έχει σημασία τελικά – για να μπει κι ένα ρημάδι επιμύθιο- είναι να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, όταν καταλάβουμε ότι οσονούπω η ζωή μας λαμβάνει τέλος: «άξιζε η ζωή που έζησα;»

Για να λάβουμε, όμως, θετική απάντηση τότε, πρέπει να ρωτήσουμε αυτή τη στιγμή τον εαυτό μας: «αξίζει η ζωή που ζω;» και να αντιληφθούμε αυτά που ενδεχομένως ρίχνουν την πλάστιγγα στην αρνητική απάντηση και σιγά-σιγά να τα ανασκευάσουμε… (Άντε το έβγαλα και το αισιόδοξο μήνυμα γιορτάρες μέρες, μην τ' ακούσω κιόλας ότι ενσπείρω προβοκάτσιες κατά της ύπαρξης του αη Βασίλη, των εκτυφλωτικών φωταψιών των αθηναϊκών μπαλκονιών και του ακατάσχετου ξοδέματος του 13ου μισθού στους καθιερωμένους τόπους καταναλωτικής λατρείας...)


Πως θα απαντούσαν όμως οι ήρωες των ανωτέρω ιστοριών σε αυτές τις ερωτήσεις;

Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε για λογαριασμό τους, όσο προφανείς κι αν μας φαίνονται οι περιστάσεις. Άλλωστε ο παράδεισος του ενός, είναι η κόλαση του άλλου και το αντίστροφο.

Επί τούτοις, ας ακούσουμε τη γερμανίδα αοιδό Hildegard Knef, να μας βεβαιώνει με το μελαγχολικό τραγούδι της (που μου θυμίζει λίγο τη μουσική από το πολυαγαπημένο φιλμ ,"Οι εντιμότατοι φίλοι μου") «Aber schön war es doch» (Κι όμως ήταν ωραία)…:




8 σχόλια:

  1. Κοίτα να δεις τώρα, που θα με κάνεις ν' ανάψω τσιγάρο, πάνω που έλεγα πως το 'κοψα οριστικά. Όχι τίποτ' άλλο, είμαι και μ' έναν λαιμό ταλαιπωρημένο από κρυολόγημα, μ' έναν πυρετούλη ακατέβατο κι έναν βήχα σε όλο του το μεγαλείο και δεν κάνει :-)
    Μόλις γύρισα από μια δύσκολη -για τους ανωτέρω λόγους- πρεμιέρα (...να πω ότι μετάνιωσα που δε σου είπα να έρθεις, θα το πώ, αλλά μέχρι χτες επικρατούσε ο εαυτός που δε θέλει δικούς του ανθρώπους στις πρεμιέρες, ενώ σήμερα τον έπιασα ν' αναζητάει απεγνωσμένα κάποιο οικείο πρόσωπο στην πλατεία και να λυπάται που δεν έβλεπε ούτε καν γνωστό... τι να πεις, άβυσσος η ψυχή της κατσαρίδος). Έψαχνα, το λοιπόν που λες, κάτι να τραβήξει τα μάτια και τη σκέψη μου απ' αυτό που την ξεχειλίζει... όχι την ανάγκη, αλλά την επιβολή του εορταστικού, σχεδόν χαζοχαρούμενου, κλίματος των ημερών. Να διαβάσω κάτι διαφορετικά όμορφο, που θα με απέτρεπε απ' το ν' αφεθώ στο προσωπικό μου, μάλλον ανούσιο, παραλήρημα. Και ώ του θαύματος, αυτό το διαφορετικά πανέμορφο, ήρθε από σένα, καλέ μου φίλε !
    Τη γνώμη μου για το γράψιμό σου την ξέρεις, όπως και τη λαχτάρα μου να κρατήσω κάποτε στα χέρια μου τυπωμένο, ένα δικό σου ολοκληρωμένο λογοτέχνημα. Δε θα πω για τους χαρακτήρες που με μοναδικό τρόπο περιγράφεις, αλλά για τους χαρακτήρες που "βάζεις" να μας αφηγηθούν τις ιστορίες, ειδικά τις δυο τελευταίες. Ήταν σα να βλέπω μπροστά μου την έκφραση του ταχυδρόμου και της καθαρίστριας (...για τη δεύτερη ιστορία, που προφανώς ανήκει σ' αυτές του "κοντινού σου περιβάλλοντος", θα έλεγα και του γκαρσονιού, μολονότι δεν είναι 'κείνος που την αφηγείται, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε). Άνθρωποι σε πιθανό συναισθηματικό μεταίχμιο... σ' εκείνο το μετέωρο βήμα του ακροβάτη, που ένα δευτερόλεπτο πριν, το βλέμμα του έμελλε ν' αποσπαστεί από τις συνηθισμένες του κινήσεις (...από τη ρουτίνα που καλύπτει, αλλά ταυτόχρονα ορίζει, άρα στην ουσία αποκαλύπτει τη δική του μοναξιά) και να στραφεί σ' ένα πρόσωπο που τον παρακολουθεί και βρίσκεται κάτω από το σκοινί, για τους ίδιους όμως λόγους που εκείνος βρίσκεται πάνω σ' αυτό...
    Κάτι ακόμα, στο οποίο θέλω να σταθώ, είναι τα συγκεκριμένα ρήματα, που φρονώ πως εσκεμμένα διάλεξες να μας εισάγουν στην κάθε ιστορία. Είναι τέτοια η δυναμική που τους προσδίδεται από τις ιστορίες, που αρκεί να κρατήσει κανείς και μόνον αυτά -αρχίζοντας, βέβαια, από το τέλος- για να συνοψίσει και τους τέσσερις χαρακτήρες σε έναν και τις ιστορίες τους σε μια. Έφτασε... παιδεύτηκε... κάθισε... έφυγε !!!

    ΥΓ. Τελικά το έστριψα το τσιγαράκι, το άναψα, κάπνισα δυο ρουφηξιές όλες κι όλες και το υπόλοιπο το "καταδίκασα" να τελειώσει το σύντομο βίο του στο τασάκι, χωρίς να εκπληρώσει τον "προορισμό" του. Αν προορισμός των αντικειμένων είναι η συγκεκριμένη χρήση για την οποία κατασκευάστηκαν, προορισμός της ζωής του ανθρώπου είναι να βιωθεί, έτσι δεν είναι ? Τι θα πει όμως "χρήση" και τι "ζωή" ? Όπως μπορεί κανείς ν' ανακαλύψει την τέχνη, απλά και μόνο διαφοροποιώντας τη χρήση ενός αντικειμένου, μπορεί ν' ανακαλύψει την τέχνη του ζην, αλλάζοντας τη ρουτίνα του... την πεπατημένη που είθισται να θεωρείται ζωή. Μ' άλλα λόγια, μήπως "ζωή" είναι τελικά οι στιγμές που εκπλήσσουμε τον "κατασκευαστή", δρώντας όπως ούτε ο ίδιος μας ο εαυτός δεν θα περίμενε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρώτα πρώτα, και οι δύο ρουφηξιές που κάπνισες είναι αρκετές γιά την απόλαυση. Αλλώστε, μη νομίζεις, και με τις 2-3 πρώτες τζούρες ξεχαρμανιάζεις μιά χαρά. ;)
    Δεύτερον, ήθελα να σμιλέψω περισσότερο τους ήρωες των ιστοριών, άλλα, κάτι τέτοιο θα ξέφευγε πολύ από τα όρια μιας ανάρτησης ιστολογίου (αν υπάρχουν, βέβαια, τέτοια, καθόλου). Από την άλλη δε μου φαινόταν άσχημο να τους αφήσω κι έτσι ιμπρεσιονιστικά αόριστους.
    Ύστερα τα ρήματα όντως δεν είναι τυχαία διαλεγμένα και ήθελα το κάθε ρήμα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμη και στη δεύτερη να αρχίζει η ιστορία (όπως στην πρώτη διήγηση). Δυστυχώς όμως οι άγνωστες βουλές του ιντερνετικού σύμπαντος -ή και ενδεχόμενων προβλημάτων του σύμπαντος του δικού μου υπολογιστή- δε μου επέτρεψαν κάτι τέτοιο, όσο κι αν παιδέυτηκα κι εγώ σαν τον ταχυδρόμο, παρά μόνο στην πρώτη ιστορία.
    Τέλος, σε ευχαριστώ ανείπωτα πολύ γιά τα λόγια σου και τις σκέψεις που προκλήθηκαν από την ανάρτηση!!!
    ΥΓ: Είμαι σίγουρα ωσει παρών στην παράσταση κι αν αυτό δε σου φτάνει προσπάθησε να βρεις στο κοινό κάποιον που μου μοιάζει- το σκότος της πλατείας θα σε βοηθήσει- και βάρα στο ψαχνό (τρόπος του λέγειν, νατυρελμάν)...! ;D

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λοιπόν...
    Καλά έκανα και δεν το έβγαλα το μπλόγκ τελείως από τη ζωή μου, θα έχανα τέτοια κείμενα....
    Ο σχολιασμός θα ήταν απλά. φλυαρία εκ μέρους μου/Σηκώνει πολύ κουβέντα το θέμα..Πάντως όσους γέρους ξέρω που είναι κατά μονάχοι, πληρώνουν την κακή τους συμπεριφορά..
    Καλές γιορτές και καλή χρονιά στους γρέφοντες, γιατί μπερδεύομαι και λίγο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σε ευχαριστούμε πολύ γιά τα ευγενικά σου λόγια! (Πάντως, έχεις δίκιο: όσο κι αν και δεν το κάνουμε επίτηδες -το ορκιζόμαστε- το ύφος της γραφής και των δύο συγγραφέων αυτού του μπλογκ, μοιάζει πολύ...)
    Όσο γιά τους ηλικιωμένους που είναι μοναχικοί, συμφωνώ, εν πολλοίς, μαζί σου...
    Καλές γιορτές, ανακατεμένες με πολλές ευχές γιά τον καινούριο χρόνο, αγαπητή Σοφία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. χρόνια πολλά με υγεία!

    χρόνια καλά με αγάπη!

    να χαμογελάτε παίδες!

    εξαιρετικό κείμενο Παυσικραίπαλε! θα επανέλθω με σχόλιο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αμην, αγαπητέ μου Σείριε! Και η υγεία μας χρειάζεται (εκ των ων ουκ άνευ) και η αγάπη και το χαμόγελο! Και εύχομαι όλα αυτά να τροφοδοτούν γενναία και τη δική σου ζωή και όλων!

    Τις υπόλοιπες ευχές στις φύλαξα στο δικό σου ιστολόγιο! ;)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Xρόνια πολλά ανιψάκια μου γλυκά!
    Υγεία και αγάπη εύχομαι!
    Χρονιστιβαδούλα μου ακόμα ταλαιπωρείσαι με κρυωματάκι;
    Έχω κι εγώ το βηχαλάκι μου ακόμα...αν και πήρα κάτι τεράστεις κάψουλες αντιβίωση.
    Τα κείμενα του ανιψιού πάντα είναι εξαιρετικά!
    "Ο κόσμος μόνον όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει!"ο σπουδαίος Λειβαδίτης έγραψε και είναι γραμμένο στην ψυχή μου!
    Είχα και μια διαρρηξούλα στο σπίτι μου και προσπαθώ να καταλάβω,αν οι διαρρήκτες είχαν την ίδια άποψη και αποφάσισαν να μοιράσουν τα προσωπικά μου πραγματάκια...
    Σας φιλώ με αγάπη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δηλαδή, τώρα που θέλω να διαφωνήσω ολίγον τι με το Σοφάκι, πρέπει να πάω στη νέα ανάρτηση? Διότι εγώ "του ηξητάζου του ζήτημα και αλλιώς" :-)... κανονικά η δική μας συμπεριφορά δεν θα 'πρεπε να εξαρτάται απ' τη συμπεριφορά των άλλων. Όταν αγαπάς τους ανθρώπους, τους αγαπάς όπως είναι κι όταν θέλεις και μπορείς να προσφέρεις την οποιαδήποτε βοήθεια στο συνάνθρωπο, δε σ' εμποδίζει το τείχος που στήνει, όσο ψηλό κι αν είναι. Δεν θέλω να είμαι απόλυτη, αλλά νομίζω ότι η συμπεριφορά των άλλων, ορισμένες φορές τουλάχιστον, είναι απλώς το άλλοθι του δικού μας εγωισμού και της δικής μας αδιαφορίας. Άλλωστε, αυτή η κακή συμπεριφορά ορισμένων ανθρώπων, είναι πρωτίστως όπλο κατά του ίδιου τους του εαυτού. Κι αν όντως πολλοί αποζητούν πραγματικά την απόλυτη μοναξιά (...κάτι για το οποίο αμφιβάλω) αυτή δε μπορεί να θεωρηθεί -από τους ίδιους πάντα- τιμωρία, αλλά μάλλον ευλογία και η διαμόρφωση ενός κακού χαρακτήρα, ίσως και να είναι γι αυτούς η μόνη οδός για να φτάσουν κάποτε στον "παράδεισό" τους.
    Για να είμαι ειλικρινής, μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να δεχτώ την ύπαρξη του ανθρώπου-θεριού, που το μόνο που θέλει κι επιδιώκει στη ζωή του είναι να αισθάνεται απόλυτα μόνος. Ακόμα κι οι μοναχοί που για μεγάλο χρονικό διάστημα μπαίνουν σε μια τέτοια διαδικασία, το κάνουν για να πλησιάσουν το Θεό και να μην αισθάνονται μόνοι...
    Το λάθος (...ή μάλλον το κλικ στο μυαλό, που ως αδαής στην ψυχολογία το χαρακτηρίζω λάθος) συμβαίνει από τη στιγμή που αποδέχεται κανείς τη ματαιότητα των πάντων. Από τη στιγμή που θα πειστεί και θα πιστέψει, πως τίποτα δεν αξίζει και τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Το κλικ αυτό είναι σαν να λέμε, ο ήχος του κλειδιού στην κλειδωνιά του μυαλού, που αφήνει απέξω την ελπίδα. Και είναι λάθος, γιατί πολύ απλά, αν τίποτα δεν αξίζει, δεν αξίζει κι η μοναξιά... αν όλα είναι μάταια, μάταιη είναι κι η μοναξιά... αν τίποτα δεν κρατάει για πάντα, δεν κρατάει κι η μοναξιά.

    Καλή χρονιά να έχουμε... για τα περαιτέρω, θα περάσω από τα τσαρδάκια σας :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή