Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Της φτώχειας τα στερνά...

Λίγο το σχόλιο της Σοφίας σχετικά με τους ηλικιωμένους που τιμωρούνται με το να μένουν μόνοι, λίγο οι συζητήσεις με την συν-συγγραφέα αυτού του ιστολογίου, Χρονοστιβάδα, λίγο η προτροπή του Σείριου σχετικά με τη συγχωρητικότητα, μου έφεραν στο νου ένα υπέροχο διήγημα ενός αγαπημένου μου συγγραφέα· του Γιάννη Βλαχογιάννη. Αγαπώ τα διηγήματα. Ίσως περισσότερο κι από τα μυθιστορήματα. Κι ο Γ. Βλαχογιάννης είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους καλύτερους σ’ αυτό το είδος.
Εν είδη συνέχειας, λοιπόν, της προηγούμενης ανάρτησης, μπορούν όσοι θέλουν να απολαύσουν αυτό το μικρό δείγμα της τέχνης, ενός από τους αξιότερους θεράποντες των νεοελληνικών γραμμάτων, που τυχαίνει να είναι και επίκαιρο…


-Μορφούλα. Ε, Μορφούλα, που είσαι κυρά μου; Ψίνα, ψιψίνα μου! Τι θα φάμε σήμερα;

Η γριά-Λασκαρού έκραζε τη γάτα της βραχνά, αν και δεν την έβλεπε στο σπίτι. Μόλις έφεγγε. Άδειο, παγωμένο ήτανε το σπίτι· Κι η Λασκαρού, διπλωμένη μες στα παλιοσκούτια της, πλάι στη σβηστή γωνιά, δε σπάραζε. Το ξέθωρό της πρόσωπο, με την τριπλοτυλιγμένη μαντήλα στο κεφάλι, καθώς τό ‘χε γυρισμένο κατά τη γωνιά κι έβλεπε, με μάτια ακίνητα, τη στάχτη τη σβησμένη, φάνταζε παράξενα και τρόμαζε μες στ’ αυγινό μισόθαμπο.

Μα κάποτε σείστηκε η γριά σιγά σιγά. Σείστηκε κι ανασηκώθηκε· και γύρισε το πρόσωπο, με το στανιό, κι είδε κατά την κλεισμένη πόρτα.

-Μορφούλα, κόρη μου καλή, που είσαι; ρώτησε πάλι.
Και πιάστηκε απ’ της γωνιάς το γύρο κι έβαλε αγώνα, χέρια γόνατα και στάθηκε στα πόδια της. Και κίνησε, ύστερα, σκυφτή, κατά την πόρτα. Πήγε, άνοιξε την πόρτα κι έκραξε πάλι. Της γάτας το νιαούρισμα, που ήταν γριά κι αυτή και μαδημένη, έφτασε μεσ’ από το περιβόλι και τα ξερόδεντρα του περιβολιού, τα λίγα που απομένανε, για τη φωτιά κι αυτά και της γριάς τη ζέστα. Κι ήρθε η γατούλα κλαίοντας παραπονιάρικα και στάθηκε κοντά στα πόδια της κυράς της, στο μοναχικό σκαλί της πόρτας, το λιωμένο απ’ τα χρόνια.


-Μορφούλα, τι θα φάμε σήμερα μωρή; Τι έφερες;
Η γάτα απάντησε με το παράπονό της κι έσκυψε πιο πολύ η γριά κι είδε στην πέτρα απάνου ένα ψάρι αποθεμένο. Το ‘χε φέρει η γάτα η Μορφούλα. Ήταν ένας κωβιός μεγάλος και τον πήρε η Λασκαρού και μπήκε στο σπίτι, με τη γάτα μπρος κι ολόρθη την ουρά της παίζοντας. Αυτό θα ήτανε της μέρας το φαΐ και για τους δυο τους· ήτανε κι η Μορφούλα γέρικη πολύ, δε χρειαζότανε μεγάλα πράγματα για το φαΐ της· λίγα ψαροκόκαλα της φτάνανε. Το κυνήγι της το καθημερινό ήτανε πάντα από ‘να ψάρι, ψάρι όμως πάντα πετρόψαρο. Κι η γριά-Λασκαρού το περίμενε πια ταχτικά κι απ’ αυτό κρεμούσε την ελπίδα της θροφής της την καθημερινή.

Βράδυ νωρίς, πριν πέσει στο ξερόστρωμα και πριν κλείσει την παλιόπορτά της, συνήθιζε η γριά-Λασκαρού, μ’ όλη την αγάπη που ‘χε της Μορφούλας –κι είχε την ανάγκη να τη ζεσταίνει στον ύπνο η συντρόφισσά της κιόλας- άνοιγε και την έβγαζε όξω· ήταν άπονο αυτό που ‘κανε, μα πάλι πως θα ζούσανε; Την έσπρωχνε όξω μαλακά με το πόδι τη Μορφούλα και της έλεγε:
-Σύρε, Μορφούλα, σύρ’ εσύ, καλή μου, ψίνα μου, κυρά μου, σύρε να φέρεις τίποτα… Δεν έχουμε αύριο να φάμε, καψερούλα, και θα μείνεις νηστική κι εσύ μαζί μου…


Η γάτα απόξω έμενε και παρακαλούσε κάμποσο. Ύστερα ξεμάκραινε σιγά σιγά η φωνή της και χανότανε μες στο σκοτάδι ή μες στης θάλασσας τα μουγκρητά. Και την αυγή, νάτο ένα ψάρι στο σκαλί αφημένο πάλι! Και δεν το ‘τρωγε η Μορφούλα, δεν το πείραζε καθόλου· ίσως έτρωγε άλλο, πριν το φέρει το κυνήγι της αυτό στο σπίτι. Μα πάλι μπορεί κι ήτανε το μόνο αυτό και το ‘φερνε ίσια στην κυρά της, άγγιχτο.

Πως γινόταν τέτοιο πράγμα τα’ απορούσε η γειτονιά κι η χώρα η μισογκρεμισμένη. Μα η γριά-Λασκαρού διόλου δεν το ρωτούσε. Νόμιζαν οι άλλοι στην αρχή πως η γάτα, η Μορφούλα, πήγαινε στην αγορά και τα ‘κλεβε τα ψάρια. Μα η Αμέρσα, η πιο κοντινή γειτόνισσα, μαλωμένη με τη Λασκαρού από χρόνια, παραφύλαγε τη γάτα κι έβλεπε πως τά ‘φερνε τα ψάρια απ’ το γιαλό. Την ακολουθούσε ίσαμε στα σκόρπια βράχια, πλάι στο παλιό λιμάνι, που κάναν ένα πλήθος ήσυχα κορφάκια εκεί κι όλα αντάμα κάναν ένα πεζονήσι απότομο. Κι εκεί την έχανε τη Μορφούλα. Στο τέλος την παράτησε, βέβαιη πια πως η γάτα τά ‘βγαζε τα ψάρια από τη θάλασσα.

Τότε η Αμέρσα έφερε γύρα τις γειτόνισσες και τα παράστησε όλα με το νι και με το σίγμα και με θάμασμα τρανό! Και το ‘μαθε όλη η χώρα, τι και πως η γάτα η Μορφούλα της γριά-Λασκαρούς πήγαινε και ψάρευε τη νύχτα στο γιαλό. Έπιανε μια θέση κοντά στο γιαλό και στεκόταν άσειστη, σαν πέτρα, ανάμεσα στις άλλες πέτρες τις ακίνητες εκεί και περίμενε ώρες, άσειστη. Κι η πείνα, βέβαια, την οδήγησε κειπέρα και της έδειξε τον τρόπο αυτόν. Και καθώς ζυγώναν οι κωβιοί και τα’ άλλα τα πετρόψαρα και φέρνανε τη μούρη τους ως την κορφή και γυρεύανε να βρούνε το πιο παχύ χορτάρι εκεί που το νερό πάει ανάλαφρο και παιγνιδίζει με τις πέτρες, χράπ! Το νύχι της Μορφούλας τ’ άρπαζε.


Η ίδια η γριά-Λασκαρού θα μπορούσε να το πει και να το μαρτυρήσει, πως τα ψάρια που της έφερνε η Μορφούλα δεν ήτανε κλεμμένα, τόσο φρέσκα, μισοζώντας καμιά φορά και ζωντανά. Μα η Λασκαρού δε συλλογιόταν τίποτα κακό για τη Μορφούλα- ούτε και συλλογιόταν τίποτ’ άλλο. Είχε αλλαλογίσει κιόλας λίγο. Έμοιαζε λωλή, καθώς έβγαινε στο περιβόλι κι έστηνε ψιλή κουβέντα με τη γάτα της. Γιατί, όπως γύριζε στο περιβόλι και μαχότανε να κόψει κανένα ξεροκλάδι απ’ τα παλιόδεντρα, χειμώνας που ‘ταν τώρα, και να σκίσει κανένα σανίδι από σεντούκι σάπιο, αχρείαστο, ή να βγάλει λαχανάκια από τον κήπο το λιγόσπαρτο, η γάτα, εκεί, κοντά της, η Μορφούλα, τη συντρόφευε και της αποκρινότανε με το νιαούρισμά της σ’ όσα εκείνη της λαλούσε ανόητα, λόγια λωλά. Ύστερα την ακολουθούσε στη γωνιά, που άναβε τη φωτίτσα κι έβενε να ψήσει το φαΐ, της Μορφούλας το κυνήγι. Και το μοιραζόνταν ύστερα οι δυο τους σαν δυο φίλοι αγαπημένοι που ήτανε, χωρίς μαλώματα, χωρίς ψωμάκι κιόλας, το συχνότερο.

Χωρίς ψωμάκι, αλήθεια, τώρα τελευταία. Αφού ο άχαρος ο γέροντας της Λασκαρούς έπαψε να της στέλνει το ταχτικό μηνιάτικο στο ξερονήσι, γιατί τον έφαγε κι αυτόν η θάλασσα στερνόν, η Λασκαρού ήτανε πολύ περήφανη και δε ζητούσε ούτε καταδεχότανε. Θα πέθαινε νηστικιά, αλλά δε θα ‘βγαινε όξω τον πόνο και την πείνα της να πει.

Το ‘ξερε αυτό η Αμέρσα πιο καλά από κάθε άλλον. Ήταν η πιο κοντινή γειτόνισσα, αν και πλήθος άλλα σπίτια κατάκλειστα, ρημάδια πιά, χωρίζανε το δικό της απ’ της Λασκαρούς το σπίτι. Έτσι ήταν όλη η χώρα, αριά κατοικημένη, μ’ όλα τα σπίτια τα πολλά και τ’ αρχοντόσπιτα. Ήταν από χρόνια η Αμέρσα μαλωμένη με τη Λασκαρού. Μίση οικογενειακά, συμφέροντα παλιά… μα τώρα τι χρειαζότανε τα μίση, αφού σβήσανε και τα συμφέροντα και πάνε… Πάει, να σηκωθεί να πάει στη Λασκαρού και να φιλιώσει, αυτό δεν τ’ αποφάσιζε η Αμέρσα. Την ήξερε καλά τη Λασκαρού κι ήξερε και τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως η συμφορά της Λασκαρούς τη λύγισε, της γλύκανε το περασμένο της φαρμάκι. Όμως και πάλι δεν ήθελε να δείξει την αδυναμία της. Ήτανε ψυχή κλειστή η Αμέρσα, όπως όλες οι νησιώτισσες κι οι νησιώτες εκεί πέρα. Τι να κάμει; Έπαιρνε άλλη μια γειτόνισσα, μια πονηρούλα από το παραπέρα σπίτι, την Κατερινιώ, και πηγαίνανε και παραφύλαγαν όξω από της Λασκαρούς το περιβόλι.

Τα Χριστούγεννα ήτανε κοντά· ξεροβόρι φυσούσε άγριο τις τελευταίες μέρες. Η Χώρα έβλεπε βορινά και την έπιανε το κύμα άσκημα. Η Μορφούλα έφτασε μιάν αυγή από το γιαλό με χωρίς τίποτα στο στόμα και νιαούριζε στην πόρτα της κυράς της.

-Κοίταξε, είπε η Αμέρσα, σήμερα δεν ψάρεψε η Μορφούλα… με τέτοιον αγριόκαιρο…
-Τι θα φάνε σήμερα οι δυο τους, οι κακόμοιροι… να ‘χουνε τάχα τίποτα; Είπε η Κατερινιώ.
-Καρτέρα μια στιγμή! Είπε η Αμέρσα.
Έφυγε και γύρισε μ’ ένα φελί ψωμί σπιτίσιο.
-Ψίνα, Μορφούλα! Έκραξε σιγά η Αμέρσα.
Πήγε η Μορφούλα και στάθηκε στη ρίζα του τοίχου, κάτου απ’ τις γυναίκες και νιαούρισε γλυκά. Οι δυο αυτές, αφού της ‘ρίξαν ένα κομματάκι και την καλόπιασαν, ύστερα της πέταξαν ολόκληρο το φελί. Τις κοίταξε καλά καλά η Μορφούλα, κοίταξε και το ψωμί, το μύρισε, το πήρε με τα δόντια της και πήγε και τα’ απόθεσε με προσοχή στο σκαλί απάνου και νιαούρισε. Οι δυό γυναίκες κρυφοκοίταζαν άλαλες. Άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε η γρια-Λασκαρού.

-Που είσαι Μορφούλα, ψίνα… μπα, εδώ είσαι, καλή… Σήμερα τίποτα δεν έφερες; Που είναι το κυνήγι σου; Ξέρω, φυσούσε απόψε… μα τώρα τι θα φας; Εμένα δε μέλλει, κακομοίρα. Μα για σένα λέω… σύρε, φεύγα από κοντά μου, δε θέλω να σε βλέπω, παλιόγατα, θα μείνεις νηστική… Μα τ’ είναι αυτό; Ψωμί έφερες, ψιψίνα μου; Έκαμες καλύτερα… είχαμε τρεις μέρες ν’ αγγίξουμε ψωμί στο στόμα… Έτσι, να φέρνεις, ψιψίνα μου, καμία φορά λίγο ψωμάκι, όχι μονάχα ψάρια… και χωρίς αλάτι κιόλας, τα βαρέθηκα… Καμιά φορά και λίγο τυράκι… όχι, ακόμα είναι σαρακοστή… Έλα, πάμε μέσα τώρα, Μόρφω μου, καλή νοικοκυρά μου…


Ούτε και ρώτησε που τό ‘βρε το ψωμί η Μορφούλα. Την άλλη μέρα πήγε η Κατερινιώ κι άφησε άλλο ένα κομμάτι ψωμί στην πόρτα της γριάς. Άφησε και λίγο τυρί.
-Μη, της είπε η Αμέρσα, θα μας καταλάβει κι ύστερα θα τα πετάξει όλα, άμα νιώσει πως τα βάνουμε…

Η Αμέρσα φύλαγε τη θέση της εκεί συχνά, πίσω από τον τοίχο. Μια μέρα πέρασε η Μορφούλα, κρατώντας ένα ολάκερο χταπόδι ζωντανό. Την έσκιαξε τη γάτα και την έκαμε να τ’ αφήσει από το στόμα της. Έκοψε το μισό, το χτύπησε, τ’ αλάτισε και το ξανάδωσε της γάτας πάλι. Τά ‘λεγε αυτά στην Κατερινιώ κι απορούσε η ίδια.
-Ακούς, παράξενο; έλεγε. Πως μπόρεσε και το ‘πιασε; Που το ‘βρε;
-Θα το πέτυχε στη ρήχη, είπε η Κατερινιώ, και το θαλάμι του θα ‘τανε ψηλά… Ύστερα πώς να την τσακώσει τη Μορφούλα; Οι πλόκαμοί του δεν κολλούνε στο μαλλί της. Ακούς, αλήθεια κει!
-Άπιαστο πράμα!
-Ναι, καημένη, μα πως θα το φάει; Έχει και φωτιά;
-Καλά λες! είπε η Αμέρσα. Στάσου να ιδείς… αύριο τι θα κάμω…

Την άλλη μέρα απόγιομα, φυλάγανε πάλι οι δυό γυναίκες, ώσπου είδαν τη γριά να βγαίνει και να γυρίζει στο περιβόλι με τη γάτα της και να μιλεί.
-Σήμερα το κατάλαβες, Μορφούλα μου, πως δεν έχω πιά ξύλα μήτε σπίρτα και μου το ‘φερες ψημένο το χταπόδι ε; Πονηρή… καλή μου, ψίνα μου, νοικοκυρά μου εσύ, όλα τα φροντίζεις… Ξέρεις πως είναι και Σαρακοστή· μεθαύριο έχουμε Χριστούγεννα, κυρά μου… Πάμε μέσα τώρα, θα μου πείνασες λιγάκι, πάμε… κρύο κάνει. Έχουμε λίγο χταπόδι… και ψωμί… και το τυρί θα το φυλάξουμε για τη γιορτή μεθαύριο… πάμε!
Δάκρυσαν οι γυναίκες και τραβήχτηκαν ήσυχα…



Την παραμονή λησμονήσανε τη Λασκαρού, δοσμένες στις δουλειές και τις ετοιμασίες του σπιτιού τους. Το πρωί όμως τη θυμήθηκε η Αμέρσα. Μπήκε σαν κλέφτρα πρώτη φορά, ύστερ’ από χρόνια, στο περιβόλι και πήγε κι άφησε στην πόρτα της ένα κομμάτι ψωμί και τόλμησε κι ένα κοψίδι ψητό κρέας.
Μα ολημέρα, Χριστούγεννα, η Μορφούλα ανήσυχη θρηνούσε απόξω από το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του φαγιού ήταν εκεί, σημάδι πως τά ‘χε φάει η γάτα. Τότε ανησύχησε η Αμέρσα. Κάλεσε την Κατερινιώ κι άλλες γειτόνισσες κι αποφασίσανε και χτυπήσανε στης Λασκαρούς την πόρτα. Όμως κανένας δεν τους αποκρίθηκε.




10 σχόλια:

  1. Αχ, τι μου κάνεις χριστουγεννιάτικα, Ηλία. Θα τρέχω τώρα να βρω βιβλία του Βλαχογιάννη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα! Μαζί με τον Rena Fan, θα τρέξω κι εγώ για βιβλίο του Βλαχογιαννη...

    (γρήγορα που περνούν οι μέρες...γρήγορα...)

    χαιρετώ σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Και η γειτόνισα έμεινε εκεί, πίσω από τον γκρεμισμένο μαντρότοιχο να μετράει τις πέτρες χάμου στο υγρό χώμα, και να συλλογάτε τις χαμένες ευκαιρίες για μια γλυκειά κουβέντα που δεν ήρθε ποτέ, μιας και η καρδιά τους είχε γίνει πέτρα να καρτεράνε τους ναυτικούς και τους ξενιτεμένους. Δεν περισσευαν πολλά πολλά, ουτε συναισθήματα ούτε λόγια.
    Μόνο, να, έκανε έτσι και χάιδεψε τη γούνα της γάτας, και ήταν σαν νάνιωσε το ζαρωμένο χέρι της Λασκαρούς....
    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. H Λασκαρού, ένα από το διηγήματα που με έκαναν να αγαπώ τα "Ανθολόγια" του δημοτικού....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αν το κατάφερα, αλήθεια, αυτό αγαπητέ φίλε Απόστολε, θα ήταν υπέροχο... Στις εκδόσεις της "Εστίας" θα βρεις σίγουρα έργα του Βλαχογιάννη.


    Γρήγορα περνούν οι μέρες, γρήγορα περνούν τα χρόνια... Ούτε μιά βδομάδα γιά να φύγει κι αυτός ο "γέρος" χρόνος... Καλή σου μέρα Σείριε!


    Εμπνευσμένος επίλογος Σοφία!!! Φαντάζομαι θα άρεσε και στον Βλαχογιάννη. =^)


    Τα "Ανθολόγια" του Δημοτικού, γενικά, είχαν καταπληκτικά διηγήματα, αγαπητό Καπιταλιστικό Κουμμούνι... Θα ξεχάσω την "Τσάντα και το τσαντάκι" του Ψαθά; Το παραμύθι με τους 12 μήνες; Το παραμύθι με τον σουλτάνο που ήθελε μιά ιστορία που να μην τελειώνει ποτέ; Αποσπάσματα από βιβλία της Λιλίκας Νάκου, του Ηλία Βενέζη, του Άγγελου Βλάχου; Όλα αυτά ήταν η πρώτη μου επαφή με την ελληνική λογοτεχνία, που με έκαναν να την αγαπήσω πολύ. Τώρα άραγε υπάρχει κάτι σαν "Ανθολόγιο" στα δημοτικά σχολεία; Φαντάζομαι, ότι θα εκδιώχθηκε ως κάτι ακραία παλαιϊκό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Κι εγώ από εκεί αγάπησα τη λογοτεχνία.
    Κάτι υπάρχει-έχω γιο στο Δημοτικό- αλλά είναι πιο μικρό και δίνεται σε τευχίδια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Εξαιρετικός ο Βλαχογιάννης! Δυστυχώς επίκαιρος πάντα...

    Εύχομαι καλή πρωτοχρονιά και η νέα χρονιά να είναι δημιουργική, χαρούμενη και με υγεία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Νοσταλγικά μου θυμίζει
    τα γιορτινά διηγήματα
    του "Κοσμοκαλόγερου" ...
    συντρόφευαν τα παιδικά μας χρόνια !!!
    Ευτυχισμένη τη νέα χρονιά εύχομαι ...
    με υγεία, ηρεμία και δημιουργικότητα ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Νά 'σαι καλά, Μαριάννα! Σου εύχομαι επίσης τα καλύτερα γιά τον καινούριο χρόνο και είθε να δίνεις μικρές ή μεγάλες ευκαιρίες στους μαθητές σου, να κρυφοκοιτάζουν από τη χαραμάδα αυτών των διηγημάτων, μαγικούς και αδιανόητους -πια- κόσμους...!

    Side21, έχεις δίκιο! Ο Κοσμοκαλόγερος είναι ένας "ειδικός" των γιορτινών διηγημάτων! Και, ίσως, πριν μας εγκαταλείψουν οι γιορτές να βγει στο φως και κάτι από το δικό του σεντούκι...
    Επίσης, είμαι σίγουρος πως η σύνοικος αυτού του ιστολογίου σε ευχαριστεί εκ βάθους καρδιάς δια τας ευχάς!!! Και, έτσι ή αλλιώς -σε ένα μπλογκ ζούμε- κάτι θα μου 'ρθει κι έμενα...! :-Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Μόνο κάτι, Λιακούκο μου ? Μακάρι να βγει αληθινή η ευχή του φίλτατου Άγρυπνου και σου παραχωρώ ευχαρίστως το 90% της ευτυχίας μου (...θα στο 'δινα και τώρα, δηλαδή, αλλά ούκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος)... :-)
    Από το συγκινητικό διήγημα, που τόσες πολλές αναμνήσεις φίλεψε κι εμένα μέρες που 'ναι, κρατάω τα παρακάτω:
    "...η Λασκαρού ήτανε πολύ περήφανη και δε ζητούσε ούτε καταδεχότανε. Θα πέθαινε νηστικιά, αλλά δε θα ‘βγαινε όξω τον πόνο και την πείνα της να πει."

    Αν ο εγωισμός ήταν χριστουγεννιάτικο δέντρο, η περηφάνια θα ήταν το αστέρι που θα στόλιζε την κορυφή του.

    "Δεν έχουμε αύριο να φάμε, καψερούλα, και θα μείνεις νηστική κι εσύ μαζί μου… σύρε, φεύγα από κοντά μου, δε θέλω να σε βλέπω, παλιόγατα, θα μείνεις νηστική…"

    Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχουμε αποδιώξει -με πάμπολλους τρόπους, ακόμα και με το να κάνουμε κακό στον ίδιο μας τον εαυτό- ανθρώπους που έτυχε να μας πλησιάσουν με αγάπη, μόνο και μόνο από φόβο πως κοντά μας θα δυστυχήσουν?

    ΥΓ α) Σοφάκι, ΕΓΡΑΨΕΣ !!! Οι πέτρες που στοιβάζονται γύρω μας και μέσα μας και χτίζουν σιγά σιγά το μαντρότοιχο που μας χωρίζει από τους άλλους έχουν ονόματα... γι άλλους είναι οι πίκρες και τα βάσανα, γι άλλους ο φόβος και η ανασφάλεια και γι άλλους απλώς η "διαφορετικότητα" (...αυτό το τελευταίο θέλει πολλή κουβέντα, γιατί ίσως ακούγεται παρεξηγήσιμο, αλλά τέλος πάντων... λόγω της ημέεεεραααας).

    ΥΓ βου) Μαριάννα, καλώς όρισες κι ευχαριστούμε για της ευχές σου. ΥΓΕΙΑ πάνω απ' όλα... κι όχι μόνο για μας, αλλά και για τους αγαπημένους μας... για τα παιδιά κυρίως και για τους ηλικιωμένους (...ένα θα σας πω μόνο, πως φέτος, όπως όλα δείχνουν, θα κόψουμε πίτα στην εντατική... και πάλι δόξα τω Θεώ λέμε). Ας έχουμε υγεία, λοιπόν κι όλα τ' άλλα θα έρθουν... καλή διάθεση, αγάπη, έμπνευση, όρεξη για δημιουργία, τόλμη, πάθος και πολλά πολλά κουράγια στην ανηφόρα της εκπλήρωσης των ονείρων μας... αυτές είναι οι δικές μου ευχές ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ... :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή