Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (α΄ μέρος)





FATA MORGANA (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό  
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου  
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,  
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.  
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.  
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι  
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,  
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι...

Άγια η σκουριά των καραβιών και Θεία μετάληψη κάθε σταγόνα της ατέλειωτης θάλασσας... μιας θάλασσας, που το γνώριμο βαθύ γαλάζιο χρώμα της, απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους περισσότερους ποιητές της γενιάς του '30. Άφθονα τα θαλασσινά μοτίβα, απ' το "Ημερολόγιο καταστρώματος" του Σεφέρη και τον "Μικρό Ναυτίλο" του Ελύτη, μέχρι το "Εμβατήριο του ωκεανού" του Ρίτσου και τον "Μέγα Ανατολικό" του Εμπειρίκου. Μ' αυτό το γνώριμο βαθύ γαλάζιο της ρέμβης, η ποίηση του Καββαδία δεν έχει μεγάλη σχέση... είναι θαρρείς, γραμμένη με το μελάνι της σουπιάς του Ινδικού κι αποκαλύπτεται σε άγκυρες, κεντημένες στο στήθος με το βελόνι. Στον Καββαδία η θάλασσα, αν και συνεχώς παρούσα, δεν είναι ούτε μια φορά το σκηνικό όπου, μέσα, ας πούμε, απ' τη μανία των στοιχείων της φύσης, προβάλλεται η εικόνα του δυνατού, που αντιπαλεύει και νικά, ακόμα κι όταν ηττάται. Δεν τον συγκινεί η δύναμη, τον απωθεί η μυρωδιά εξουσίας που αναδίδει. Είναι υπερασπιστικός της αδυναμίας και συμπονετικός των ανίσχυρων. Πιστεύει μόνο στη δύναμη της εξομολόγησης... εξομολογείται, δεν απολογείται και θα πρέπει να ξεχώριζε τους ανθρώπους από το αν ήταν ικανοί ν' αντιληφθούν αυτή τη διάκριση...

Α BORD DE L' "ASPASIA" (από τη συλλογή "Μαραμπού")
'Υστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες  
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.  
Κ' εγώ, που την υγρή έκταση αγάπησα,  
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω... 

               (Με συναδέλφους ναυτικούς, στο ντεκ του καραβιού)

Τρία είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίηση του Καββαδία και τη σημαδεύουν: ο άνθρωπος της θάλασσας και η αγάπη του γι’ αυτόν, η γυναίκα με όλες τις μορφές της, που μεταβάλλονται μέσα στον ανάλογο χώρο, και ο θάνατος. Σκέτα ο θάνατος, γυμνός, μόνος, μια ξέρα για να τσακίζονται πάνω του τα όνειρα, η αγάπη για τη ζωή και όλες οι αφορμές για χαρά και αγάπη. Αυτή η αγάπη για τη ζωή και τη γυναίκα, είναι πάνω και πέρα από κάθε δύναμη, είναι μια κυρίαρχη μορφή, γοργόνα και σύμβολο, γυναίκα και χάδι, φίλος και εχθρός ώς το θάνατο. Η τρυφερότητα, που μ’ αυτή αντιμετωπίζει κάθε τι ζωντανό και η παράξενη ηθική και ανθρωπιά, που μ’ αυτήν βλέπει και τραγουδάει την κόλαση και τη βρωμιά της, τον κάνουν να ξεχωρίζει εντελώς από οποιαδήποτε άλλη ποιητική μορφή και τον σημαδεύουν σαν στοιχειό θαλασσινό που αρμενίζει στις θάλασσες, μιλώντας για τα πιο φριχτά πράγματα με μιαν αγιότητα ανθρωπιάς, που σου φέρνει δάκρυα. Είναι η γυναίκα πάντα που φέρνει και ξαναφέρνει στην ποίησή του την αγάπη του για τη θάλασσα, τόσο ταυτόσημη με της γυναίκας την αγάπη, που θα την έλεγες αλμυρή και άγρια φουρτούνα και μοιρολόι θαλασσινό για τους χαμένους στα νερά της. Η γυναίκα είναι στοιχειό κι είναι γοργόνα, είναι κολασμένη κι είναι άγια, είναι γλυκειά κι είναι άσπλαχνη, χίλιες μορφές αλλάζει, μα πάντα είναι η γυναίκα, αντιμέτωπη με τον έρωτα και το θάνατο, και παράξενα δεμένη μ’ αυτά τα δυο στοιχεία που κυριεύουν και κατευθύνουν τον πάντα ρευστό άνθρωπο της θάλασσας, τον ταξιδιώτη μιας αιωνιότητας, που του τη δίνει το υγρό στοιχείο απλόχερα...

ΓΥΝΑΙΚΑ (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.  
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.  
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.  
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.  
Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.  
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.  
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,  
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει...

Για τον Καββαδία η γυναίκα συνδέεται με τη στεριά, δεν ανήκει, ούτε μπορεί να ενσωματωθεί στον κόσμο της θάλασσας. Εδώ ο ποιητής παρουσιάζει όχι πια μια συγκεκριμένη γυναίκα αλλά την αιώνια Γυναίκα. Την τοποθετεί (και τοποθετείται μερικές φορές ο ίδιος μαζί της) σε καίριες στιγμές της ιστορίας της ανθρωπότητας: σε σπηλιά της Αλταμίρας, στις Πυραμίδες, στο Σινικό Τείχος, στην Ουρ, στον Γρανικό και στο εργαστήρι του Giorgione. Η Γυναίκα αυτή περιγράφεται (ίσως με αύξουσα επιμονή) ως πόρνη: παίζει τη γλώσσα της, είναι γυμνή, έντονα βαμμένη, κάτω απ' το κόκκινο φανάρι, διψά για χρυσάφι κτλ. Η Μοίρα, αντιθέτως, αντιπροσωπεύεται από τη Γυναίκα, από καταβολής κόσμου. Αυτό υπονοεί και η παρουσία της Γυναίκας σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα. Οι σπηλιές της Αλταμίρας είναι όντως παμπάλαιες (15000-13000 π.Χ.), αλλά η ίδια η λέξη που ήδη ομοιοκαταληκτεί με το Μοίρα, μπορεί να εννοηθεί ιταλο-ελληνικά και ως alta Μοίρα, δηλαδή όχι (ή όχι μόνο) αρχαία Μοίρα, αλλά υψηλή, ακραία Μοίρα. Η Μοίρα αυτή δεν είναι παντοδύναμη, με την έννοια ότι δεν ορίζει τη θεμελιώδη επιλογή του ανθρώπου (αυτό, μόνο η θάλασσα είναι ικανή να το κάνει), αλλά καθορίζει τον τρόπο ζωής του, τα παθήματα της ζωής του. Είναι μια καταστρεπτική δύναμη που οδηγεί στο θάνατο. Η πορεία αυτή συμβολίζεται στο ποίημα από την εξέλιξη της εικόνας της πέτρας. Στην αρχή, υπάρχει μια μάχη σ’ ένα βράχο: η παρουσία της πέτρας παραμένει αόριστη. Το οριστικό νόημα της πέτρας φαίνεται καθαρά στον τελευταίο στίχο: "ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα"...Ταφόπετρα. Δεν στερείται σημασίας το ότι ο θάνατος που τον προκαλεί η Γυναίκα είναι –όπως είναι η ίδια– στεριανός, πέτρινος. Προφητική δήλωση. Το ποίημα διακηρύσσει ταυτόχρονα την αμετάκλητη επιλογή της θάλασσας και την παραδοχή της στεριανής ηδονής, της πορνείας της Γυναίκας, του εξευτελισμού, και τελικά του στεριανού θανάτου του ναυτικού. Αυτή τη Μοίρα την αποδέχεται πλήρως ο ποιητής, που επιμένει να εξαντλήσει τις ηδονές της στεριάς πριν σαλπάρει –δηλαδή πριν παραδοθεί στη θάλασσα...

 ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ (από τη συλλογή "Πούσι")
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν  
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.  
Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν  
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.  
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν  
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές  
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα  
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές...

Η γοητεία του εξωτισμού, που συνήθως επικαλούνται όσοι προσεγγίζουν το έργο του Καββαδία, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τη θετική ανταπόκριση του σημερινού αναγνώστη. Αν κάποτε ήταν κατανοητή η ένταξή του μέσα σε μια μόδα εξωτισμού, σήμερα η επίκλησή της δεν είναι πειστική. Ο ποιητικός λόγος του ασκείται σταθερά πάνω στην κόψη βίωμα/φαντασία. Πρόκειται για μια ποίηση που έλκει μεν την καταγωγή της από τη φιλολογία του ταξιδιού, αλλά κατ' ουσίαν πραγματεύεται το ταξίδι της ίδιας της ποίησης, με τη μέθοδο του μετεωρισμού ανάμεσα σε καταστάσεις άκρως αντιθετικές: από τις απλές εξιστορήσεις ταξιδιών, περιγραφές συμπεριφορών των ναυτικών και των συναντήσεων που πραγματοποιούν στα λιμάνια, πληροφορίες που μοιάζει να έχουν βιωματική βάση, περνάμε, σχεδόν αβίαστα, στο μεταφορικό ταξίδι, ένα διαρκές ταξίδι, που οι σταθμοί στα λιμάνια έχουν μια πρόσκαιρη διάρκεια, σαν μικρές ανάσες μέσα στο συνεχές ταξίδι της ζωής. Μιας ζωής που, συχνά μεταβάλλεται σε ναυάγιο και πάντως συνεχίζεται, με τρόπο που δεν διαχωρίζεται από το θάνατο, ο οποίος δεν ορίζει ένα τέλος, αλλά είναι κι αυτός ένα ακόμη ταξίδι στο άγνωστο, μέρος κι αυτός της συνολικής μεταφοράς. Μέσα από κάθε ποίημα τα γνωστά στοιχεία ανοίγουν το δρόμο προς το άγνωστο κι εκεί ακριβώς επιτυγχάνει ο Καββαδίας να μας οδηγήσει σε περιοχή επέκεινα του γνωστού και οικείου, σε περιοχή δυσδιάκριτου νοήματος, σε περιοχή σκοτεινότητας. Η σύνθεση οικείου και ανοίκειου γλωσσικού υλικού είναι που φτιάχνει το γοητευτικό χαρμάνι της ποίησής του...

MAL DU DEPART (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ  
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,  
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ  
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες...

Όταν έγραφε αυτό το ποίημα ο Καββαδίας (...το πρώτο που μελοποιήθηκε, από το Γιάννη Σπανό το 1975) θα 'ταν δε θα 'ταν είκοσι δυο ετών, άρα στην πραγματικότητα, δε θα μπορούσαν να τον αφορούν αυτοί οι στίχοι, παρά μόνο ίσως, ως μοναχικές σκέψεις ή φοβίες. Αυτό το επιβεβαιώνουν, άλλωστε κι οι φίλοι του. Ο ποιητής Στρατής Τσίρκας έλεγε συχνά πως, ο Καββαδίας ζούσε με την αγωνία μήπως και φύγει το καράβι του και μείνει ξέμπαρκος. Έτυχαν στιγμές μεγάλης έξαρσης κι ευτυχίας, που πάντα τις φαρμάκωνε μ’ ένα «Τι ώρα είναι;» Ωστόσο, αυτός ο φόβος του δεν επαληθεύτηκε... επαληθεύτηκε, όμως, ο άλλος... πως δε θα πέθαινε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως είχε ποθήσει, αλλά στη στεριά. Όμως, ο έφηβος ποιητής που 'γραψε αυτούς τους στίχους, που 'γιναν το πασίγνωστο λαιτ-μότιβ πολλών ηλικιών, σαρώνοντας τα ψυχρά θεωρήματα της γενιά του '30, κάποτε πραγματοποίησε τη φυγή του. Και τότε ανακάλυψε πως δεν υπάρχει φυγή παρά μόνο στην ποίηση...
                      (Στο σπίτι του Στρατή Τσίρκα, στην Αλεξάνδρεια)  

ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΑΔΔΙΝΟΥ (από τη συλλογή "Πούσι")
Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.  
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!  
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,  
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη...                     


(Mε τον πατέρα του και με τον Παύλο Νιρβάνα)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ:
1910
Γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου στο παραποτάμιο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας, δευτερότοκος γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας, το γένος Αγγελάτου, που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Τζένια και δυο μικρότερους αδερφούς, το Δημήτρη-Μίκια και τον Αργύρη. Ο πατέρας του διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών, με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
1914
Εξαιτίας της επανάστασης στο Σετσουάν και της αναμενόμενης παραίτησης του Που Γι, τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας, η οικογένεια Καββαδία εγκαταλείπει την χώρα. Ταξιδεύουν με τον Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες, διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας, ώσπου φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θα βρουν κάποιους συγγενείς που είχαν ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίοι και θα τους βοηθήσουν να περάσουν σε Ελληνικά έδαφος. Περνώντας από την Αθήνα θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο «Διάνα» και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά θα παρακολουθήσουν για πρώτη φορά θέατρο, τα "Παναθήναια" με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Κατόπιν, η οικογένεια θα εγκατασταθεί στην Κεφαλλονιά, κοντά στους παππούδες, στην Ασσό και στο Φισκάρδο και τα παιδιά θα γραφτούν στο νηπιαγωγείο της σχολής της Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι» στο Αργοστόλι. Η αδερφή του, Τζένια, θυμάται... "Στο Αργοστόλι οι γονείς μας νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι, στο δρόμο της Λάσσης... Ήταν ήσυχα, μέχρι που άρχισε να μας τραντάζει ο απόηχος του πολέμου... Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι ! Κάθε απόγευμα βγαίναμε με τη νταντά, για περίπατο στην πλατεία. Ο Κόλιας ξέφευγε, κατά τη συνήθειά του, για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους, που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόι τους, καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα..."
Λίγο αργότερα ο πατέρας επιστρέφει στη Ρωσία, τα ίχνη του, όμως, χάνονται λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης. Διώχθηκε, φυλακίστηκε κι έχασε όλη του την περιουσία, αλλά τελικά διέφυγε ακολουθώντας τα υπολείμματα του αντιμπολσεβίκου στρατηγού Βράνκελ κι επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1920, ένα ανθρώπινο ράκος, με κλονισμένα νεύρα. 
1921  
Ο μικρός Κόλιας τελειώνει το δημοτικό στη σχολή Saint Paul και το Γυμνάσιο στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη. Στο γυμνάσιο συμμαθητής του ήταν και ο γιος του Παύλου Νιρβάνα, Κώστας Αποστολίδης, ο οποίος θα τον φέρει σε επαφή με τον πατέρα του, που θα του συμπεριφερθεί σαν ισότιμος φίλος και θα τον ενθαρρύνει στα πρώτα του βήματα. Κατ’ αναλογία προς το ψευδώνυμο του Παύλου Νιρβάνα, θα υιοθετήσει για ένα διάστημα κι ο ίδιος το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει στον Πειραιά, αρχικά στην οδό Φραγκιαδών, στη Φρεαττύδα κι έπειτα στην οδό Βούλγαρη 118, στο Πασαλιμάνι. Τότε πήρε και το βάπτισμα της θάλασσας ο ενδεκάχρονος Νίκος, ταξιδεύοντας σε Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, με το "Πολικός" των Αγγελάτων, μαζί με τον πατέρα του που ήταν τροφοδότης του πλοίου...

KURO SIWO (από τη συλλογή "Πούσι")  
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,  
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.  
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια  
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο...  

«Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους... Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ʼδινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ʼπα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ʼπε. Από να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα... καταλαβαίνεις...» (Βάρδια). 

ΑΡΜΙΔΑ (από τη συλλογή "Πούσι")
Το πειρατικό του Captain Jimmy,  
που μ' αυτό θα φύγετε και σεις,  
είναι φορτωμένο με χασίς  
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη... 

 


1922  
Έτος που σημαδεύεται ανεξίτηλα από τη Μικρασιατική καταστροφή. Τότε ήταν που οι Καββαδία νοίκιασαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους σε μια οικογένεια προσφύγων από το Τσεσμέ. Η επαφή του Καββαδία μαζί τους, αλλά και με πρόσφυγες απ' τη Ρωσία, επέδρασε στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής και της ιδεολογίας του. Πρόσφυγας στην ουσία κι ο ίδιος, συμμεριζόταν το δράμα τους. Την ίδια χρονιά εκδίδει το μαθητικό τετρασέλιδο φυλλάδιο "Σχολικός Σάτυρος", όλα κι όλα τρία τεύχη, με έμμετρα κείμενα γραμμένα από τον ίδιο και δημοσιεύει στην Πειραϊκή εφημερίδα "Σημαία" το πρώτο του ποίημα "Ο θάνατος της παιδούλας", αισθαντική απήχηση της συμπόνιας του για τους βασανισμένους της ζωής. Παράλληλα συνεργάζεται με τη "Διάπλαση των παίδων" του Ξενόπουλου, αγαπημένο ανάγνωσμα των παιδικών και νεανικών του χρόνων, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».  
1927  
Δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της "Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας" με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας, ψευδώνυμο που θα κρατήσει ώς το 1930.  
1928  
Τελειώνει το γυμνάσιο και δίνει εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή. Την ίδια χρονιά, όμως, ο πατέρας του αρρωσταίνει βαριά, γεγονός που τον υποχρεώνει ν’ αναλάβει τις οικονομικές ευθύνες της οικογένειας. Θα εργαστεί στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου που πρακτόρευε και τα βαπόρια των θείων του Γιαννουλάτων, αδελφών της μητέρας του, συνεχίζοντας, παράλληλα με τις «αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία» τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά. Γνωρίζεται με τους πνευματικούς ανθρώπους του Πειραιά και δημοσιεύει συνεργασίες στο περιοδικό της "Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας", στον "Διανοούμενο", στον "Ρυθμό" και στην εφημερίδα "Πειραϊκό Βήμα".  
1929  
Τον Οκτώβριο πεθαίνει ο πατέρας του από καρκίνο. Μπαρκάρει ναύτης στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος». Τις εντυπώσεις του από 'κεινα τα ταξίδια - Αλεξάνδρεια, Μαρσίλια, Πορτ-Σάϊντ - δημοσίευσε στο "Πειραϊκό Βήμα"...  
1930  
Απ’ τη χρονιά αυτή ξεκινάει μια περίοδος διαρκών ταξιδιών ώς το 1936. Ο κόσμος της θάλασσας γίνεται η κύρια πηγή έμπνευσής του. Ταξιδεύει με το ατμόπλοιο «Πολικός» και στη συνέχεια με τα φορτηγά «Νίκη» (1931), «Ιόνιον» (1934), «Αντζουλέτα» (1934) και «Χαράλαμπος» (1936).  
1932  
Δημοσιεύεται το πρώτο πεζογράφημά του, «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» στο "Πειραϊκόν Βήμα", κείμενο τεχνικά άρτιο, στο οποίο εντοπίζονται πολλά βασικά θέματα της κατοπινής μυθολογίας του Καββαδία.  
1933  
Η οικογένεια Καββαδία εγκαθίσταται στην Αθήνα, σε μια διώροφη κατοικία στην οδό Κιμώλου 18, στην Κυψέλη...
"Το σπίτι, χαρακτηριστική τυπική αστική κατοικία της εποχής. Η είσοδος στο δρόμο. Και έμπαινες σε έναν στεγασμένο αύλειο διάδρομο που σε κάποιο βάθος του άρχιζε η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο πρώτο πάτωμα όπου βρισκόταν η κατοικία. Στην κορφή της η σκάλα είχε ένα καγκελόφραχτο πλατύσκαλο. Ο Καββαδίας, μόλις το συρματόσκοινο που τραβιόταν από ψηλά άνοιγε την εξώπορτα και μπαίναμε, παρουσιαζόταν στο κάγκελο του πλατύσκαλου που έμοιαζε με κουπαστή γέφυρας καραβιού, φορώντας άλλοτε ναυτικό πηλήκιο και άλλοτε ναυτικό σκούφο και χρυσές επωμίδες. Και έπειτα από ένα παρατεταμένο σφύριγμα με τη ναυτική του σφυρίχτρα και άλλο ένα σφύριγμα βαποριού με το στόμα, μας υποδεχόταν εγκάρδια, απαγγέλλοντας κάποιους στίχους του... Εκείνη την εποχή ο Κόλιας ήταν συνεπαρμένος με τη μορφή και την ποίηση του Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Εμμανουήλ, πρόωρα σχετικά χαμένος, μα και πρόωρα ξεχασμένος και άδικα αγνοημένος από ορισμένους κριτικούς λογοτεχνίας. Ο Καββαδίας τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε απεριόριστα. Προσωπικά δεν τον γνώριζε. Και ούτε ήθελε για καιρό να τον γνωρίσει, γιατί όπως έλεγε, δεν ήθελε να χαθεί «η γοητεία της αποστάσεως». Τελικά, έπειτα από πολλές παροτρύνσεις και μεσολαβήσεις, αποφασίστηκε η συνάντηση και η γνωριμία. Τον προσκάλεσε, μαζί με άλλους φίλους, στο σπίτι της οικογένειας. Ο Κόλιας νευρικός και ανήσυχος, ετοίμαζε τις σφυρίχτρες του, τις επωμίδες του, τα πηλίκιά του για την υποδοχή. Και όταν χτύπησε η πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι ο Εμμανουήλ, ο Κόλιας σφύριξε με τη σφυρίχτρα του, σφύριξε και σαν βαπόρι, μα ώσπου ν’ ανέβει ο Καίσαρας τη σκάλα, το έσκασε από κάποια πίσω πόρτα κι εξαφανίστηκε. Κι έμεινε όλη η συντροφιά με τον Εμμανουήλ, αλλά χωρίς τον Καββαδία. Για την ιστορία, έπειτα κάποτε συναντήθηκαν, κάποτε γνωρίστηκαν... και τότε οι φόβοι του Κόλια βγήκαν σωστοί. Η γνωριμία άμβλυνε το θαυμασμό και η προσωπική επαφή φαίνεται πως πραγματικά οδήγησε στην κατάλυση «της γοητείας της αποστάσεως». Σ' ένα μικρό καφενείο του Πειραιά, πάνω στο μάρμαρο ενός τραπεζιού, έγραψε κάποτε ένα ποίημα, αναφορά και κατά κάποιον τρόπο απάντηση στη φράση "Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει..." από σημείωμα του ίδιου του Εμμανουήλ... Είδε κι έπαθε ο Κόλιας να πείσει το έξαλλο γκαρσόνι να μην το σβήσει, μέχρι που να φέρει χαρτί για να το αντιγράψει..."

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.  
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,  
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,  
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.  
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,  
που του γραφέιου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά  
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,  
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά...

1933
Χρονιά που ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος της Γερμανίας, ο Λόρκα δημοσιεύει το "Ματωμένο γάμο" κι η ποίηση θρηνεί το χαμό του Καβάφη. Είκοσι τριών ετών ο Καββαδίας, με έξοδά δικά του και με τη φίρμα του περιοδικού "Κύκλος", εκδίδει σε 245 αντίτυπα το πρώτο του βιβλίο, το "Μαραμπού", με 19 ποιήματα κι ένα εισαγωγικό σημείωμα του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Η θετική παρουσίασή του στην πρώτη σελίδα της "Πρωίας" από τον δύσκολο στους επαίνους Φώτο Πολίτη θα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση: «Ο νέος αυτός ποιητής έχει πραγματικήν ανθρωπιά μέσα του. Και ξέρει να μεταδίδει και σ’ εμάς τις συγκινήσεις του. Μπορεί να εξελιχτεί ποιητικά, μπορεί να δώσει κι άλλη τροπή στο πνεύμα του. Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η παρατήρησή του, η λαχτάρα του για γνώση και ζωή. Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού, που θ’ ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες», θα γράψει μεταξύ άλλων. Κι άλλοι κριτικοί θα επισημάνουν το νεαρό της ηλικίας του ποιητή, την ιδιότυπη θεματική του και τον αγνό ανθρωπισμό που κρύβει κάτω από μια φαινομενική κυνικότητα...

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (από την ομώνυμη συλλογή)
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί  
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,  
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.  
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει.  
Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,  
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.  
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,  
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

Ήταν ατημέλητος. Παλιοπαντέλονο δίχως τσάκιση, το αιώνιο σκούρο πουλόβερ με το γυριστό γιακά κι ο αχώριστος σκούφος στο κεφάλι. Μια μορφή αλλόκοτη, πικρή, μοναχική, στερημένη. Το μάτι στρογγυλό σαν του ψαριού˙ γυμνό, ανελέητο, άλλοτε γεμάτο ακοίμητη έννοια κι άλλοτε πάλι να μπιρμπιλίζει μέσα του όλη η κεφαλλονίτικη και η κινέζικη πονηριά του. Ένας συμπαθητικά άσχημος άντρας. Ο ίδιος νιώθει σαρκαστική ευχαρίστηση όταν σκιτσάρει με τρεις φράσεις τον μαρκονιστή του «Πυθέα» στη Βάρδια, δηλαδή τον εαυτό του: "Κοντός, κάτου από το κανονικό, με αραιωμένα μαλλιά. Φορούσε χακί βρακί, που κρατιόταν στη μέση του μονάχα από το πρώτο κουμπί. Τ’ άλλα λείπανε. Το ʼνα του αυτί έγερνε κι ήταν μεγαλύτερο από το άλλο..." Απορροφημένη καθώς ήμουν απ’ αυτές τις σκέψεις, δεν κατάλαβα ότι είχε σταματήσει και με κοίταζε. Στα λεπτά του χείλη έπαιζε εκείνο το μοναδικό, το ακαταμάχητο αλεπουδίσιο χαμόγελό του: - Κοίταξέ με καλά... είμαι σα σκαραβαίος. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί... δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας το σκοτάδι των πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες είμαστε όλοι... Ιξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο νομίζοντας ότι κρατούμε τ’ όνειρά μας... Μάταια... μάταια... όλα ήταν μάταια...

CAMBAY'S WATER (από τη συλλογή "Πούσι")
Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.  
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.  
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι  
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι... 


 

1938  
Ο "Μαραμπού" -παρωνύμιο που από 'δω και πέρα θα διατηρήσει ο Καββαδίας σε όλη τη ζωή του- αν και απαλλαγμένος από στρατιωτικές υποχρεώσεις, ως προστάτης πολύτεκνης οικογένειας, καλείται για εκπαίδευση δύο μηνών στην Ξάνθη.  
1939  
Καταλαβαίνοντας ότι λόγω των συνεχών περιπλανήσεών του δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αρχικό του όνειρο να γίνει πλοίαρχος, επιλέγει τη συντομότερη λύση: παίρνει δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄τάξεως, ειδικότητα με την οποία θα ναυτολογείται σε όλα του τα ταξίδια μετά το 1945. Η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Αγίου Μελετίου 10, όπου θα συγκατοικήσουν όλοι για 23 χρόνια...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου