Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ


Ήταν όλο του το βιός. Στην κυριολεξία δηλαδή, αυτή ήταν όλη κι όλη η ζωή του, αλλά ταυτόχρονα και η περιουσία του. Αυτό το κουτί, το όχι πιο μεγάλο από έν' αστέρι, το όχι πιο μικρό από ένα βότσαλο, θ' ακουμπούσ' ευλαβικά- χάρισμα και κριτήριο - στα πόδια του Θεού του, όταν θα τον συναντούσε, όπως θ’ ακουμπούσε κανείς ένα στιλπνό βότσαλο στον ουρανό…
Το πήρε αργά στα χέρια του, το έφερε ψηλά στο μέρος της καρδιάς και με τρεμάμενο χέρι άνοιξε το καπάκι...
Μια μια, άστραφταν μπρος στα μάτια του οι στιγμές της ευτυχίας του. Λαμπερά διαμάντια, που μέσα από το πρίσμα τους έβλεπε καθαρά ό,τι έδωσε, ο,τι του δόθηκε απλόχερα, αλλά κι ό,τι κέρδισε με κόπο. Μοναδικά κι ασύγκριτα με οτιδήποτε στον κόσμο του. Το καθένα από αυτά έφερνε πάνω του ένα σημάδι, που το έκανε να ξεχωρίζει από τ' άλλα, χωρίς να χάνει όμως σε λαμπρότητα. Θέλησε να τα ξαναγγίξει για μια τελευταία φορά, πριν να τ’ αποχωριστεί για πάντα. Ένιωθε πως το τέλος πλησίαζε…

Άρχισε να τ’ αραδιάζει ένα ένα πάνω στο παλιό τραπεζάκι, που συνήθιζε να παίρνει τον καφέ του τα πρωινά, το τσάι του τ΄ απογεύματα και το ουίσκι του, μ’ ένα παγάκι μελαγχολίας, τα βράδια. Σαν έφτασε στον πάτο του κουτιού, τινάχτηκε πίσω κεραυνοβολημένος. Τι ήταν αυτό που άγγιξε? Τράβηξε απότομα το χέρι του κι έφερε τ’ ακροδάχτυλα μπρος στ’ απορημένα μάτια του. Ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, σαν να ‘χαν δεχτεί δαγκωματιά από φίδι. Έσκυψε με τρόμο πάνω απ’ το κουτί, που κανονικά θα ‘πρεπε να χάσκει άδειο, μιας κι όλες τις στιγμές που είχε ζήσει, τις είχε μπροστά του, αραδιασμένες πάνω στο τραπεζάκι. Και τότε αντίκρισε αυτό που δεν περίμενε… ένα αναμμένο κάρβουνο, που σιγόκαιγε ήσυχο σε μια γωνιά του κουτιού...
"Θεέ μου" μονολόγησε, στρέφοντας τα μάτια του ψηλά "αν είναι αυτό το τέλος μου, δεν θέλω να το δω" …
Αλλά ο Θεός του, είχε άλλα σχέδια για κείνον. Ήθελε να τον κάνει, όχι μόνο να το δει, αλλά να το πάρει και στα χέρια του. Ήθελε να του δείξει πως, αυτό το κάρβουνο υπήρχε πάντα εκεί, στον πάτο του κουτιού… πως ήταν αυτό που χάρισε όλα εκείνα τα μοναδικά σημάδια στα διαμάντια της ευτυχίας του, πως δεν θα ‘πρεπε να το φοβάται και πως προλάβαινε, αν ήθελε, να το κάνει κι αυτό ένα διαμάντι, ακόμα πιο λαμπερό και πιο όμορφο από όλα τ’ άλλα, τέλειο αυτό κι αψεγάδιαστο, σαν τ’ ομορφότερο πετράδι του κόσμου του…
Τότε ήταν, που άρχισε να χιονίζει ξαφνικά κι είδε να γλιστρούν στο τζάμι οι μικρές νιφάδες, που τον προσκαλούσαν στον τελευταίο του χορό μαζί τους. Έβγαλε με κόπο, αλλά και με μια παιδιάστικη λαχτάρα, τα παπούτσια του και βγήκε ξυπόλητος στη γαλάζια νύχτα. Ήθελε να νιώσει για τελευταία φορά το αφράτο χιόνι στις γυμνές, γέρικες πατούσες του… να στροβιλιστεί για τελευταία φορά στον παγωμένο βοριά, όπως έκανε παιδί... τότε που χόρευε πανάλαφρος, γύρω απ' το λεπτό κορμί της ανθισμένης μυγδαλιάς, αδιαφορώντας για τις φωνές της μάνας του, πως τάχα θ’ αρρωστήσει. Ήθελε, επιτέλους, να κάνει ανακωχή με το χειμώνα της μοναξιάς του και να πάει να την βρει…


Στάθηκε στη μέση της αυλής, λαχανιασμένος και ζαλισμένος από τις πιρουέτες κι άνοιξε τα χέρια του, σε μια αγκαλιά, που θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή, να χωρέσει το σύμπαν. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά κι έβλεπε τώρα, ως και τα χέρια του Θεού του, να χαμηλώνουν και να πασπαλίζουν με νιφάδες - άχνη ζάχαρη του φάνηκε - τον κόσμο…
"Σ’ ευχαριστώ !" του φώναξε, πεσμένος τώρα πια στα γόνατα…
Αφού έμεινε έτσι ακίνητος για λίγο, άρχισε σιγά σιγά να μαζεύει γύρω του το αφράτο χιόνι. Δεν ένιωθε πόνο πια, δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε την παγωνιά…
Άρχισε να σχηματίζει με το χιόνι ένα σώμα, όπως θα ήταν, αν ήταν, ξαπλωμένο στο λευκό σεντόνι, γύρω του. Έπειτα το πρόσωπο… το πιγούνι, το μέτωπο, τη μύτη… Σαν έφτασε στο στόμα κοντοστάθηκε... το καλοκοίταξε… κάτι του θύμιζε. Μα βέβαια ! Ήταν εκείνη ! Εκείνη, όπως την θυμόταν... νέα κι όμορφη ! Άγγιξε με τα ματωμέν' ακροδάχτυλα τα χείλη της κι όπως βάφτηκαν κατακόκκινα, ήταν σαν να πήραν ζωή. Της χαμογέλασε και - μα το Θεό - θα ‘παιρνε όρκο, πως του χαμογέλασε κι αυτή… Σηκώθηκε με δυσκολία από χάμω και βάδισε προς το σπίτι... "Μια στιγμή!" της φώναξε, κάνοντας ένα νόημα με το χέρι του, σαν να της έγνεφε να περιμένει… "Στάσου και θα δεις !"

Όρμισε στο δωμάτιο κι άρπαξε με τα δυο του χέρια το αναμμένο κάρβουνο απ’ το κουτί. Καιγόταν, μα δεν τον ένοιαζε… το 'σφιξε στη χούφτα του με όση δύναμη του απέμεινε. Ένιωσε τον πόνο να διαπερνά όλο του το κορμί... δεν άντεξε. Σωριάστηκε στην ψάθινη καρέκλα και λύθηκε στο κλάμα, πασχίζοντας να βρει το κουράγιο να πραγματοποιήσει την τελευταία του υπόσχεση. Κάποτε σήκωσε τα μάτια και τ' άφησε να πλανηθούν στο μικρό δωμάτιο, σαν ν' αποχαιρετούν το καθετί... "Μα, πως μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο ?" μονολόγησε... "στ' αλήθεια, έχω τρελαθεί !" Ο εαυτός του παιδί, τον καθησύχασε μέσ' από μια κιτρινισμένη φωτογραφία στον τοίχο... σίγουρα μπορούσε !
Σηκώθηκε απότομα και χίμηξε στην εξώθυρα. Τα πόδια του τρέκλιζαν κι όπως έτριζαν πάνω στο χιόνι, έλεγες πως θα σπάσουν σε χίλια κομμάτια, μα δεν τον ένοιαζε. Τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια του, δυσκόλεψαν ακόμα πιο πολύ την ταλαιπωρημένη εδώ και χρόνια από τον καταρράκτη όραση του, μα δεν τον ένοιαζε. Πήρε σβάρνα, βγαίνοντας, το ποτιστήρι που ‘χε για τις καμέλιες στη βεράντα και κατέβηκε κουτρουβαλώντας τα σκαλοπάτια, μα δεν τον ένοιαζε…
Όταν πια, αποκαμωμένος, έσκυψε πάνω απ’ την καλή του, που τον περίμενε ασάλευτη να γυρίσει, είχε μιαν όψη μαγεμένη, ανακατεμένη με γέλια και με κλάματα και σκεπασμένη από ένα λεπτό στρώμα πάχνης... μα δεν τον ένοιαζε.
Άνοιξε με το χέρι του μια μικρή λακουβίτσα κάτω απ’ το στήθος της κι απίθωσε εκεί το αναμμένο κάρβουνο. Ύστερα το σκέπασε με λίγο χιόνι και το κοιτούσε που πάγωνε αργά και γινόταν διαμάντι. Ήταν τόσο χαρούμενος μ’ εκείνη την τελευταία στιγμή της ευτυχίας του, που το μόνο που τον ένοιαζε πια, ήταν να κουρνιάσει πλάι στην καλή του και να κοιμηθεί εκεί, μαζί της… για πάντα.

Σημείωση : Για την εικονογράφηση του παραμυθιού χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα γνωστά έργα του Vincent Willem van Gogh