Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Μια θλιμμένη, συννεφιασμένη Κυριακή...

Έναν μύθο θα σας πω. Έναν μύθο αστικό…
Ένα urban legend, στην καθομιλουμένη, για να καταλαβαινόμαστε.
Βεβαίως, στο να μετατραπεί μια ιστορία σε μύθο (και δη αστικό), συμβάλλουν -εκτός από τα ιδιαίτερα γεγονότα που την αποτελούν- η ευρηματική και ανεξάντλητη φαντασία των αφηγητών της ιστορίας, η ευπιστία των ακροατών της, καθώς και το πόσο εξακολουθεί να παραμένει μύθος στο διάβα του χρόνου μη χάνοντας την παραμικρή αίγλη του, παρά τις άοκνες προσπάθειες των πραγματιστών, θετικιστών, ορθολογιστών και όσων, γενικότερα, συμβάλλουν στο ξεμάγεμα του κόσμου, που θα ‘λεγε κι ο Μαξ Βέμπερ…

Ο μύθος μου, λοιπόν, αφορά ένα τραγούδι· ίσως όμως, στην πορεία της εξιστόρησης, αποδειχθεί ότι αφορά δυο τραγούδια, που δεν έμελλε να «συναντηθούν» ποτέ, αλλά, παρά ταύτα, έχουν κοινές αναφορές.

Και πως θα μπορούσε να αρχίζει ένας μύθος, πάρα τόσο κοινότοπα, άλλα και με το τόσο αναφλεκτικό για τη φαντασία…:

Μια φορά κι έναν καιρό,

υπήρχε ένα τραγούδι που είδε το φως του κόσμου το 1933 και επέπρωτο να κατηγορηθεί για παρακίνηση, όσων το άκουγαν, στην αυτοχειρία.

Η εξωραϊσμένη πλευρά της ιστορίας, θέλει τον συνθέτη του να το έχει εμπνευσθεί στο εκμαυλιστικό Παρίσι, μια συννεφιασμένη και θλιμμένη Κυριακή, μετά από έναν καβγά με την σύντροφό του. Μερικές μέρες μετά κι αφού ο συνθέτης είχε στείλει στην αρραβωνιαστικιά του ένα γράμμα συμφιλίωσης, έμαθε από την αστυνομία ότι βρέθηκε το άψυχο σώμα της στο διαμέρισμά της, ενώ δίπλα της κείτονταν ένα αντίγραφο της παρτιτούρας του έργου…

Η αδυσώπητη πραγματικότητα είναι, όμως, ότι ο Rezső Seress, ο Ούγγρος συνθέτης του τραγουδιού, "Szomorú Vasárnap" (θλιμμένη Κυριακή, ή όπως έγινε αργότερα διάσημο υπό τον αγγλικό τίτλο του, “Gloomy Sunday”), δεν έφυγε ποτέ από την Βουδαπέστη, (όπου και γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1889) πάρα μόνο μια φορά ως κρατούμενος των Ναζί, όταν αναγκάστηκε να μεταφερθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ουκρανίας (λόγω της εβραϊκής του καταγωγής), από όπου, τελικά, κατάφερε να γλυτώσει από το θάνατο.

Ο Rezső Seress σε μιά κολακευτική φωτογραφία

Η αλήθεια, επίσης, θέλει τον στιχουργό, László Jávor, να έχει γράψει ένα τραγούδι, με τίτλο, «Θλιμμένη Κυριακή», με τη ευκαιρία του χωρισμού του με την σύντροφό του, και να ζητά από τον Rezső Seress να «ντύσει» με μουσική τους στίχους του. Έτσι κι έγινε.

Αυτόματα, σχεδόν, με την δημοσιοποίηση της μολπής, έγιναν και κάποιες αναφορές για επικίνδυνες παρενέργειες που ακολουθούσαν την ακρόασή του.

Συγκεκριμένα, στην πόλη του συνθέτη, βρέθηκαν διάφορα άτομα νεκρά (μερικά μάλιστα αυτοκτονώντας στον Δούναβη) που είτε είχαν μαζί τους αντίγραφο της μουσικής, είτε σημειώματα που περιείχαν τη φράση «θλιμμένη Κυριακή». Όσο περισσότερο, όμως, το τραγούδι γινόταν διάσημο, τόσο έφταναν και αναγγελίες αυτοκτονίας, με κατηγορούμενο το δόλιο το άσμα, από όλον τον κόσμο.

Ο Rezső Seress σε μιά όχι και τόσο κολακευτική φωτογραφία που φέρνει ελαφρως σε Bela Lugosi

«Θύματα» του τραγουδιού υπήρξαν στο Βερολίνο.

Ο επιζήσας του Ολοκαυτώματος, με τη βοήθεια του Oscar Schindler, Poldek Pfefferberg, διηγείται, ότι μιά βραδιά ο ναζί διοικητής του στρατοπέδου συγκεντρώσεως, είχε διοργανώσει μιά μεγάλη γιορτή στη βίλλα του. Θέλοντας να διασκεδάσει τους καλεσμένους του, διέταξε τον συγκεκριμένο Εβραίο κρατούμενο & τον αδελφό του, οι οποίοι ήταν μουσικοί & έπαιζαν βιολί & ακορντεόν, να παίξουν στη γιορτή αυτή.

Όταν το γλέντι έφτανε προς το τέλος του, αναφέρει ο Εβραίος, σηκώθηκε ένας Γερμανός αξιωματικός μεθυσμένος & ζήτησε να ακούσει το "Gloomy Sunday". Όταν τέλειωσε, ζήτησε να το ξανακούσει, κι όταν τέλειωσε, πάλι... Το ζήτησε, ξανά & ξανά... Ζήτησε να το ακούσει συνολικά έξι φορές. Την έκτη φορά, ενώ το τραγούδι συνέχιζε να παίζεται από τους Εβραίους μουσικούς, ο αξιωματικός βγήκε στη βεράντα, έβαλε την κάνη του περιστρόφου του στο στόμα & πάτησε τη σκανδάλη...

Στη Ρώμη, λέγεται πως ένας νεαρός ακούγοντας έναν πλανόδιο μουσικό να παίζει το τραγούδι, του έδωσε ό,τι χρήματα είχε πάνω του κι έπεσε στα νερά του Τίβερη. Στη Νέα Υόρκη μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή έχοντας στο γραμμόφωνό της μια πλάκα με το κομμάτι, ενώ με ένα σημείωμά της παρακαλούσε τους οικείους της να την κηδέψουν με τη συνοδεία αυτής της μουσικής.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι το ΒΒC απαγόρεψε την μετάδοσή του γύρω στα μέσα του 1930 και η απαγόρευση αυτή, ήρθη μόνο πρόσφατα, μετά από την αναμετάδοση των ερμηνειών του κομματιού από καλλιτέχνες όπως ο Elvis Costello και η Bjork. Το τραγούδι έτυχε, επίσης, απαγόρευσης αναμετάδοσης από τα ραδιόφωνα τόσο στην Ουγγαρία, όσο και στην Αμερική. Για την Αμερική, ωστόσο, η απαγόρευση δεν είχε μεγάλη διάρκεια.

Το κομμάτι, πέρα από την ρετσινιά του, έγινε ιδιαίτερα διάσημο σε όλον τον κόσμο και οι στίχοι αποδόθηκαν σε πολλές γλώσσες. Παρ’ όλα αυτά, ο Seress, ποτέ δεν ζήτησε πνευματικά δικαιώματα κι ενώ θα μπορούσε να είχε γίνει πάμπλουτος, προτίμησε να μείνει στη σοσιαλιστική Βουδαπέστη και να παίζει πιάνο σ’ ένα κακόφημο εστιατόριο, στην παρακμιακή εβραϊκή συνοικία της πόλης (σήμερα, βεβαίως, το εστιατόριο –το οποίο λειτουργεί- είναι ένα από τα αξιοθέατα, ενώ η τέως εβραϊκή συνοικία είναι από τις πιο αριστοκρατικές)…

Όταν ερωτήθηκε ο Seress, χρόνια αργότερα για το τραγούδι του, δήλωσε: «Στέκομαι στο μέσον μιάς θανατερής επιτυχίας, ως κατηγορούμενος. Αυτή η θανάσιμη φήμη με πονάει. Μέσα από αυτό το τραγούδι, θρηνώ όλες τις απογοητεύσεις της ζωής μου. Και φαίνεται ότι κι άλλοι, με παρόμοια συναισθήματα, έχουν βρει το δικό τους πόνο μέσα σε αυτό». Νομίζω, ότι αυτή η δήλωση, είναι και το πιο αληθινό που μπορεί να λεχθεί γι’ αυτό το παρεξηγημένο τραγουδάκι.

Εν τούτοις, κι ο ίδιος ο Rezso Seress, τον Ιανουάριο του 1968, αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο του σπιτιού του, αναρριπίζοντας έτσι την αχλύ του μύθου… Ας επισημάνουμε τέλος, πως, οι αυτοκτονίες ήταν ανέκαθεν πολλές στην Ουγγαρία, γενικότερα, καθώς είναι μια από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών…

Το τραγούδι υπήρξε έμπνευση για τον Γερμανό σκηνοθέτη Rolf Schübel, ώστε το 1999 να κάνει μια ταινία –ακροθιγώς- βασισμένη πάνω στην ιστορία του: “Gloomy Sunday - Ein Lied von Liebe und Tod (Ένα τραγούδι αγάπης και θανάτου).


Διάσημες διασκευές-εκτελέσεις-ερμηνείες του “Gloomy Sunday”, έγιναν από την Billy Holiday, τον κλαρινετίστα της τζαζ, Artie Shaw, τον επίσης τζαζίστα, Stan Kenton, τον Paul Whiteman, τον Mel Torme, τη Diamanda Galas, τον Serge Gainsbourg, το Kronos Quartet και πολλούς ακόμη.

(Γιά όποιον θέλει να ακούσει την πρωτότυπη μελωδία, καθώς και άλλες συνθέσεις του Seress, μπορεί να κατεβάσει ΑΥΤΟΝ το δίσκο, από AYTO το ουγγρικό ιστολόγιο μουσικής. Αφού το κατεβάσετε και πάτε να το ακούσετε, θα ζητηθεί password, το οποίο είναι: Thank You όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας στα σχόλια...)


Για μας του Έλληνες, βέβαια, όταν πρόκειται για Κυριακή και μάλιστα νεφελώδη, το συλλογικό μας ασυνείδητο εννοεί το τραγούδι εκείνο που -μαζί με τόσα άλλα- είναι χαραγμένα, λες, στο DΝΑ μας και το ξέρουμε ακόμη κι αν οι μουσικές μας προτιμήσεις δεν συμπίπτουν με το είδος στο οποίο ανήκει, par excellence, η «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Ο Τσιτσάνης, βέβαια, εμπνεύστηκε το τραγούδι μετά τον Εμφύλιο και ιδού τι λέει γι’ αυτό:

«Τη "Συννεφιασμένη Κυριακή" την έγραψα με αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη "συννεφιά" της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας - τότε που τα έσκιαζε όλα η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά...»
Βέβαια, μετά από χρόνια, εμφανίστηκε ο στιχουργός Αλέκος Γκούβερης και διεκδίκησε την πατρότητα των στίχων του τραγουδιού (αίροντας, κατά κάποιο τρόπο και το μανδύα του μύθου που τυλίγει κι αυτήν την «Κυριακή») λέγοντας πως το είχε γράψει μια Κυριακή που έχασε ο Ολυμπιακός (ή ο Παναθηναικός, θα σας γελάσω. Κατ’ άλλους η ΑΕΛ…) στο ποδόσφαιρο. Εν πάση περιπτώσει, δόκος δ’ επί πάσιν τέτυκται (σε όλα μόνο εικασίες επιτρέπονται)…


Η ουσία είναι ότι, Seress και Τσιτσάνης, έγραψαν, για Κυριακές θλιμμένες. Για Κυριακές συννεφιασμένες. Για μαύρες ζωές και χαμένες χαρές.

Κι όλα αυτά μια Κυριακή. Μια μέρα, δηλαδή, που ο εργαζόμενος κόσμος κάνει να δει τον ουρανό, που στη ρουτίνα, τις υποχρεώσεις και την τύρβη όλης της υπόλοιπης εβδομάδας, του διαφεύγει. Μια μέρα, κατά κανόνα, χαρούμενη, που ενώνει τις οικογένειες και είναι συνώνυμο της θαλπωρής. Κι όμως, έμπνευση και των δύο στάθηκε μιά ασυνήθιστη Κυριακή, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, ο ένας να γνωρίζει τόσο την ύπαρξη του άλλου, όσο και των «Κυριακών» τους.

Σήμερα, πάντως, είναι μιά θαυμάσια ηλιόλουστη Κυριακή εν Αθήναις, που δίνει ελάχιστη έως καθόλου αφορμή γιά θλίψη.

Καλή Κυριακή σε όλους!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Καλή αντάμωση !



Αέρας φεύγουν οι μέρες, για τους φίλους που παρουσιάζονται στο στρατό. Έξι και μια μετράει στο ιστολόγιό του ο αγαπημένος μας Σείριος. Έξι και ένα τραγούδια, φεύγουν αέρας να του δροσίζουν την υπομονή...
Τελευταία στιγμή, ας χωθεί στο σακίδιό του και το αγαπημένο μου σκίτσο, του Στάθη Σταυρόπουλου...

Το γράμμα - Θωμάς Μπακαλάκος

Τετάρτη βράδυ - Λάζαρος Ανδρέου, Χρήστος Λεττονός

Οι Κυριακές στην Κατερίνη - Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Σπανός

Ο στρατώνας - Γιάννης Ρίτσος, Θάνος Μικρούτσικος

Λαϊκός τραγουδιστής - Διονύσης Σαββόπουλος

Soldier Of Fortune - Deep Purple

Brothers In Arms - Dire Straits

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Το "κατοχικό πενάκι" του Φωκίωνα Δημητριάδη

"AΠO της 6ης πρωινής τα ιταλικά στρατεύματα θα κινηθούν εναντίον της Eλλάδος. Τελεσίγραφο στον Eλληνα πρωθυπουργό απ τον Iταλό πρέσβη Eμμανουέλ Γκράτσι".
Αυτόν τον πρωτοσέλιδο τίτλο αντίκρισαν οι αναγνώστες των περισσότερων αθηναϊκών εφημερίδων το πρωινό της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου του 1940. Δεδομένου μάλιστα, ότι το τελεσίγραφο επιδόθηκε στον Μεταξά στις 3 τα χαράματα, εύκολα φαντάζεται κανείς τον αγώνα δρόμου των συντακτών της εποχής, να προλάβουν να τυπώσουν δεύτερο φύλλο, το λεγόμενο "έκτακτο παράρτημα", με τη μεγάλη είδηση. H κήρυξη του πολέμου, με το τελεσίγραφο του Γκράτσι, στάθηκε για την Ελλάδα -που η διχόνοια πάντοτε την κατέτρωγε- ένα σύνθημα πρωτοφανούς ομοψυχίας. Μπροστά στην απειλή η ελληνική συνείδηση ανασκουμπώθηκε και εξεγερμένη τέθηκε επί ποδός για δράση. Οι εικαστικοί καλλιτέχνες επιστρατευμένοι κι αυτοί, στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, απεικόνισαν την εξάμηνη ελληνοϊταλική σύγκρουση, που κατέληξε σε θρίαμβο για την Ελλάδα κι εξευτελισμό του φασιστικού καθεστώτος. Mε κάθε πρόσφορο εικαστικό μέσο, απ' την πρώτη στιγμή θ’ αποτυπώσουν παραστατικά τη γενική έξαρση, αλλά και τον παράλογο ενθουσιασμό των Ελλήνων, την πολεμική ορμή και το μεγαλείο της νίκης, αλλά και τις δοκιμασίες, τις κακουχίες και τα βογγητά των πληγωμένων, ακόμη κι αυτόν τον ίδιο το θάνατο. Εκτός από τους ζωγράφους που φιλοτέχνησαν σειρές (... όπως οι Αλεξανδράκης, Προκοπίου, Αργυρός) ή μεμονωμένα έργα ( Γουναρόπουλος, Kαπράλος, Bυζάντιος, Φρ. Aριστεύς, Nείρος, Σπ. Bασιλείου, Παρθένης κ.ά. ) στην ηθική ενίσχυση του άμαχου πληθυσμού και στην καλλιέργεια αλληλεγγύης στις οικογένειες των στρατευμένων, συνέβαλαν κατά κύριο λόγο με τις αφίσες τους, οι τότε σπουδαστές του εργαστηρίου χαρακτικής της Σχολής Καλλών Τεχνών του Γιάννη Kεφαλληνού (Tάσσος, Bάσω Kατράκη, K. Γραμματόπουλος κ.ά.) και οι σκιτσογράφοι των εφημερίδων της εποχής. Τα πρώτα "πενάκια" που επιστρατεύτηκαν ήταν οι επιφανείς σκιτσογράφοι Φωκίων Δημητριάδης, Γ. Γκέιβελης, Στ. Πολενάκης, Aν. Bλασσόπουλος, Σοφοκλής Aντωνιάδης, Aν. Bώττης, Παυλ. Παυλίδης, K. Mπέζος, N. Kαστανάκης, Mιχ. Nικολινάκος και ακολούθησε μια χορεία νεότερων, μα το ίδιο αξιόλογων γελοιογράφων. Aπ’ την έναρξη του πολέμου και μέχρι την εισβολή των Γερμανών στην Eλλάδα τον Απρίλιο του 1941, η ελληνική γελοιογραφία θα φτάσει στην ύψιστη ακμή της. Φτάνοντας ενίοτε στα όρια μεταξύ σάτιρας και προπαγάνδας, θα κατεξευτελίσει την κωμική οίηση του Mουσολίνι και τις συνεχείς πανωλεθρίες του ιταλικού στρατού, ομολογουμένως τόσο εύστοχα, ώστε να σχηματίζεται η εντύπωση, περισσότερο σήμερα, πως ο πόλεμος κατά των Ιταλών υπήρξε μια ακολουθία από εύκολες νίκες. Σχεδόν πλάι σε κάθε χρονογράφημα, υπήρχε στις σελίδες των εφημερίδων και μια γελοιογραφία που εξήρε τα κατορθώματα του εύζωνα. Το τσαρούχι που πετάει τον Μουσολίνι στη θάλασσα (...θα πρέπει να είναι σκίτσο του Πολενάκη) τυπώθηκε σε αμέτρητα φυλλάδια για να μοιραστεί στις γειτονιές της Αθήνας. Το χαρακτηριστικό σκίτσο του Αγήνορα Αστεριάδη με τον εύγλωττο τίτλο "VINCEREMO", που απεικόνιζε έναν σκύλο να κατουράει το αρχικό του ονόματος του Μουσολίνι και την υπερφίαλη δήλωσή του, που ήταν γραμμένη σε μια κολώνα, τοιχοκολλήθηκε σε πολυσύχναστα σημεία της πρωτεύουσας, πλάι στο γνωστό "Στιλέτο" του χαράκτη Τάσσου (...έργο που πριν γίνει αφίσα, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Νεοελληνικά Γράμματα" στο τεύχος της 16ης Νοεμβρίου 1940).  

Το δίπτυχο του Φωκίωνα Δημητριάδη, που δημοσιεύτηκε στα "Aθηναϊκά Nέα" (..στο φύλλο της 6ης Aπριλίου ’41, ακριβώς την ημέρα που εκδηλώνεται η γερμανική επίθεση στα ελληνικά σύνορα) με υπέρτιτλο "H ιστορία επαναλαμβάνεται..." και υπότιτλο "...Θα απαντήση και πάλιν η ελληνική λόγχη" χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα ακόμα και στα "επιστολικά δελτάρια" της εποχής. Στην ανατύπωση της αφισέτας,που στη μια πλευρά απεικόνιζε το Μουσολίνι και στην άλλη, σ' ένα πανομοιότυπο σκίτσο, το Χίτλερ (...κάτι σαν εναλλαγή προσώπων στο ρόλο του σφαγέα, δηλαδή) η λεζάντα ήταν πάντα δίγλωσση -ελληνικά και αγγλικά- ώστε το σαφές μήνυμα να μεταφέρεται και στο εξωτερικό. Σε πολλές ξένες εφημερίδες, άλλωστε (...κυρίως βρετανικές και γαλλικές) αναδημοσιεύονταν και πολλά αντιφασιστικά και αντιναζιστικά σκίτσα ελλήνων γελοιογράφων. Αυτές οι πρώτες κινήσεις των ελλήνων σκιτσογράφων και χαρακτών, δήλωναν στην ουσία πως, ολόκληρος ο ελληνικός λαός πια, ήταν έτοιμος για οργανωμένη αντίσταση, όχι μόνο εναντίων των ξένων κατακτητών, αλλά και των εγχώριων φασιστικών ανδρεικέλων τους. Ας μην ξεχνάμε πως, η Μεταξική λογοκρισία απαγόρευε τη δημοσίευση σκίτσων που σατίριζαν τον Ντούτσε τον πρώτο καιρό της ιταλικής επίθεσης και μέχρις ότου ο ελληνικός στρατός σημειώσει τις πρώτες νίκες του στα βορειοηπειρωτικά βουνά. Επίσης, στα πλαίσια μιας πολιτικής "μη εξερεθισμού της ναζιστικής Γερμανίας", η ελληνική κυβέρνηση είχε απαγορεύσει γενικώς τη δημοσίευση σκίτσων του Χίτλερ (...ήταν η περίοδος που η Αθήνα επένδυε ακόμα πολιτικά σε μια "μεσολάβηση" του Βερολίνου προς τη Ρώμη). Είναι γνωστή η περιπέτεια -σε μια απ' τις πιο δύσκολες καμπές του πολέμου- μερικών από τα πιο λαμπρά ονόματα της ελληνικής διανόησης. Το Δεκέμβρη του 1940 συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην Ασφάλεια, όπου και κρατήθηκαν για 48 ώρες, ο διευθυντής του περιοδικού "Νεοελληνικά Γράμματα" Δημήτρης Φωτιάδης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Νίκος Καρβούνης, ο Γιάννης Κορδάτος, ο Άγις Θέρος, ο Θέμος Κορνάρος κι ο Ασημάκης Πανσέληνος. Αφορμή ήταν η δημοσίευση άρθρου του Καραγάτση, στο οποίο ανέφερε ότι ο ιταλικός φασισμός είναι ιμπεριαλιστικός, δίχως ηθική συνέπεια και πολιτική συνέχεια. Αιτία -βέβαια- η αντιφασιστική αρθρογραφία όλων, τόσο στα "Νεοελληνικά Γράμματα" όσο και στον ημερήσιο τύπο, ιδιαίτερα στην εφημερίδα "Πρωία".
Τις μεθόδους της Μεταξικής κυβέρνησης προσπάθησαν να διατηρήσουν και να "εξελίξουν" οι μετέπειτα κατοχικές κυβερνήσεις, υπό τους Τσολάκογλου, Κορυζή, Λογοθετόπουλο και Ιωάννη Ράλλη (...πατέρα του Γεωργίου), γνωστούς και ως Κουϊσλινγκ, αλλά όπως ήταν φυσικό, στάθηκε αδύνατο να επιβάλουν λογοκρισία στο σύνολο του Τύπου και ν' αντιμετωπίσουν την ευρηματικότητα και το πάθος του λαού, που αντιστέκονταν με κάθε μέσο για την απελευθέρωση, αλλά και την επιβίωσή του. Στην Αθήνα, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, ξεφυτρώνουν νέα έντυπα με αποκλειστικό σχεδόν περιεχόμενο τη γελιοποίηση των εισβολέων, ενώ και τα αποκαλούμενα "οικογενειακά έντυπα" προσθέτουν ειδικές σελίδες χιούμορ για την περίσταση. Παράδειγμα νέου εντύπου, προσανατολισμένου στον σχολιασμό του πολέμου με σκίτσα ή κόμικ, είναι το περιοδικό "Aέρα" που κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του το Σάββατο 7 Μαρτίου 1941 και προλαβαίνει να εκδώσει άλλα τρία. Απ' τα "οικογενειακά" περιοδικά αξίζει να σημειωθεί ο "Θησαυρός", που πρόσθεσε στις σελίδες του την ενότητα γελοιογραφιών "Επί ποδός πολέμου" με αποθησαυρισμένο υλικό των κορυφαίων σκιτσογράφων εκείνου του καιρού. Ειδική μνεία οφείλουμε επίσης, στο περιοδικό "Ο φανός των Συντακτών", ένα σατιρικό έντυπο, που προπολεμικά συνόδευε με ευτράπελα και πιπεράτα σχόλια τις κοσμικές εκδηλώσεις των εργαζομένων στο χώρο του Τύπου και κυρίως τον ετήσιο "Χορό των συντακτών". Στις 28 Φεβρουαρίου 1941, προσαρμοσμένο στο εμπόλεμο κλίμα, το περιοδικό κυκλοφόρησε με αλλαγμένο λογότυπο, ως "Ο πολεμικός φανός" και τη λεζάντα "Εκδίδεται συσκοτισμένος, σύμφωνα με τη διαταγή περί συσκοτίσεως των φώτων". Αιχμή του δόρατος της έντυπης σάτιρας, βέβαια, παρέμεναν οι μεγάλες εφημερίδες της εποχής, η "Καθημερινή", το "Ελεύθερον Βήμα", τα "Αθηναϊκά Νέα" (..."πρόγονοι" των εφημερίδων "Το Βήμα" και "Τα Νέα", που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα), ο "Ασύρματος" κ.ά.
Στο "Ελεύθερον Βήμα", στις 2 Νοεμβρίου του 1940, δημοσίευσε το πρώτο του πολεμικό σκίτσο και ο Φωκίων Δημητριάδης, δέκα σκίτσα του οποίου, διάλεξα να παρουσιάσω σ' αυτό το μικρό αφιέρωμα. Αυτή η πρώτη του πολεμική γελοιογραφία δεν διέφερε κατά πολύ από το ύφος και την τεχνική των συναδέλφων του, εκείνη την περίοδο. Είχε τίτλο "Ο προστάτης των μικρών" και παρουσίαζε ένα παιδί σε μικρή ηλικία, ντυμένο με τη χαρακτηριστική ενδυμασία του εύζωνα, να προτάσσει τη λόγχη του στο Μουσολίνι, ενώ την όλη σκηνή παρακολουθούν τέσσερις γυναικείες φιγούρες που παριστάνουν τη Λιβύη, την Αιθιοπία, την Αλβανία και τα Δωδεκάνησα. Ακολούθησαν δεκάδες σκίτσα αντιφασιστικού χαρακτήρα, τόσο στο "Ελεύθερον Βήμα" όσο και στα "Αθηναϊκά Νέα", κάποια από τα οποία, μπορείτε να δείτε και στη σελίδα minipress.gr Εν τάχει, ξεχωρίζω το δίδυμο "Φράνκο-Ντούτσε" (Aθηναϊκά Nέα, 6 Mαρτίου 1941), το "Τώρα που ήλθε η άνοιξη" με τον Μουσολίνι να χτυπά την πόρτα του ναζισμού, λέγοντας: "Ελεήστε τον σακάτη" (Ελεύθερον Bήμα, 9 Mαρτίου 1941) κι ακόμη το εξαιρετικό εκείνο σκίτσο, όπου ο Μουσολίνι κείται επάνω σε πλήθος, μύριες λόγχες, με τίτλο: "H ταν ή επί των" (Ελεύθερον Bήμα, 24 Nοεμβρίου 1940). Η έξυπνη λεζάντα παίζει πάντα σημαντικό ρόλο στην επιτυχία... στην απήχηση μιας γελοιογραφίας. Ο συντονισμός εικόνας και λόγου αναδεικνύει τον παιδευτικό, τον πολύτιμα πολιτιστικό ρόλο του σκίτσου, άσχετα αν κάποιοι το θεωρούν παρακατιανή, παρακαλλιτεχνική δημιουργία. H λεζάντα του Δημητριάδη υποδηλώνει επίσης, την προσωπική του παιδεία, με τους τόσους παραλληλισμούς, τους υπομνηματισμούς και τις υπαινικτικές βολές του.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, το σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη διαφοροποιείται, τεχνικά και αισθητικά. Αποκτά -στη μαυρόασπρη εκδοχή του- άπειρες αποχρώσεις του γκρίζου κι ένα σβησμένο φόντο αναγεννησιακής γκραβούρας και λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, ιδιαίτερα όταν ο δημιουργός δεν αρκείται απλώς στη γελοιογραφία, αλλά αποβάλει τα εμβληματικά "κλισέ" και εικονογραφεί τη ζοφερή πραγματικότητα. Ως λειτουργός της δημόσιας γραφής, με τη σημασία και της καταγραφής και της καταγγελίας, μέσα στην κοινωνία και για την κοινωνία, παρουσιάζει σημαντικότατο πολιτιστικό έργο, που μάλιστα απευθύνεται σε διεθνές κοινό, αφού η δουλειά του ανατυπώνεται και σε ξένες εφημερίδες.
Οι κατοχικές γελοιογραφίες του Φωκίωνα Δημητριάδη χρωματίζονται από τον έντονο συναισθηματισμό, τη νοσταλγία των παλαιών ημερών της ελευθερίας και την προσμονή της λύτρωσης. Αυτό που ξεχωρίζει στον Φωκίωνα Δημητριάδη, είναι ο έντονος λυρισμός, οι ελεγειακές εξάρσεις και ο πικρός σαρκασμός, όπως γράφει ο Αρτέμης Ψαρομηλίγκος στο εισαγωγικό σημείωμα της ειδικής έκδοσης της "Ελευθεροτυπίας" του Σαββάτου, απ' όπου και τα δέκα σκίτσα που παρουσιάζονται εδώ.
Εγώ κλείνοντας, θα πω μόνο πως, η δύναμη αυτών των σκίτσων είναι τέτοια, που δεν χρειάζεται καν λόγια για ν' αγγίξει τη μνήμη των μεγαλυτέρων και την ευαισθησία των νεοτέρων...

Οι ένδοξοι νικηταί ! ~ CHEATED OF VICTORY  

 "Δυστυχώς, στρατηγέ μου, τα παράσημα δεν έχουν σήμερα καμίαν αξία" 
"SORRY, GENERAL, DECORATIONS HAVE NO VALUE TODAY"
   

"YOUR MONEY OR YOUR LIFE" 
"Το βαλάντιον ή την ζωή σου" 
- Ώστε δεν έχεις πενήντα λίρες να μου δώσεις? Τότε είσαι κομμουνιστής και θα τουφεκισθείς!
 

Κατηγορώ... ~ J' ACCUSE  

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη... ~ HYMN TO LIBERTY 

 

"Δεν το θέλω. Σκότωσες τον μπαμπά μου!" 
"YOU KILLED MY DADDY"

 Η τιμή ενός ψωμιού ~ THE PRICE OF BREAD 

 Πανδαισία! ~ NOTHING EVEN FOR THE SCAVENGER

Σκουπίδια του 1941 ~ GARBAGE-1941 

Συναγερμός ~ THE ALARM   

Το λεύκωμα με τα κατοχικά σκίτσα του μεγάλου αυτού έλληνα σκιτσογράφου, του " πρύτανη της ελληνικής γελοιογραφίας", όπως τον χαρακτηρίζουν πολλοί, συνάδελφοί του και μη, τυπώθηκε -αρχικά- στις Η.Π.Α. από τον εκδοτικό οίκο Rinehart & Company Inc. το 1946, με τον τίτλο "Shadow over Athens". Το 2004, το ίδιο λεύκωμα επανεκδόθηκε βελτιωμένο και κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οίκο Modern Times, με τον τίτλο "Σκιά πάνω από την Αθήνα"Ακόμη, για όποιον ενδιαφέρεται, κυκλοφορεί και CD ROM απ' το Πολυτεχνείο της Πάτρας, με αναπαραγωγή των σκίτσων του στο "Ελεύθερον Bήμα" από το 1922 έως το 1934.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

ΣΕ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Ανατολικά της Εδέμ
ζούσε ένας τύπος μποέμ
που φορούσε πάντα
λουλούδι στο πέτο
Ήτανε πολύ αμπιγέ
είχ' ένα κοστούμι ριγέ
περπατούσε λες
κι είχε κάνει μπαλέτο,
μοίραζε χιλιάδες φιλιά
πλήρωνε για να 'ρθουν βιολιά
και τα βράδια γλυκά τραγουδούσε
έναν τόσο λυπημένο σκοπό
"σ' αγαπώ, σ' αγαπώ"...

Αυτό το ρεφρενάκι, που τους στίχους του έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου και το έντυσε με μια από τις πιο γλυκές του μελωδίες ο Σταμάτης Κραουνάκης, βγήκε αυθόρμητα απ' τα χείλη μου, όταν διάβασα το άρθρο των "Εικόνων" που είχε την καλοσύνη να μεταφέρει στο ιστολόγιο ο αγαπητός μου συγκάτοικος. Άρθρο και τραγούδι, μας μεταφέρουν σε συνήθειες άλλων εποχών και μας περιγράφουν χαρακτήρες με νοοτροπία και κουλτούρα πολύ διαφορετική από αυτήν που κυριαρχεί στις μέρες μας. Ανθρώπους με στιλιζαρισμένη αβρότητα κι εκλεπτυσμένη συμπεριφορά, που με λίγα λόγια, πολύ εύκολα θα τους χαρακτηρίζαμε σήμερα εκκεντρικούς...
Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα άλλο τραγούδι γραμμένο πάλι σε τρίτο πρόσωπο, από τη Χάρις Αλεξίου αυτή τη φορά (...ο πολυαγαπημένος μου "Άνθρωπος του κάβου"), ήρθε και κόλλησε πλάι στο παραμύθι του Μπαρ-Μπαρ "Ο κύριος Ούτε Κιχ", που διάβασα τις προάλλες στο ιστολόγιο του αγαπητού Σείριου. Παραμύθι και τραγούδι, μας μιλούν γι ανθρώπους μοναχικούς, που περνούν δίπλα μας χωρίς να τους πάρουμε είδηση και το ίδιο αθόρυβα αποχαιρετούν τον μάταιο τούτο κόσμο. Ανθρώπους που διαλέγουν για φίλους τα πουλιά, τα δέντρα, τα κύματα και σπανιότερα έναν σιωπηλό διπλανό τους, το ίδιο μόνο μ' αυτούς...
Ύστερα πέρασα απ' το ιστολόγιο της αγαπητής Κλεοπάτρας & Μινγκ... στο ίδιο κλίμα με τις τελευταίες αναρτήσεις της, το τραγούδι του Νικόλα Παπάζογλου, που ακούγεται απ' το ραδιόφωνο...

Ο μοναχός ο άνθρωπος
όταν γλεντούν οι άλλοι
ντρέπεται που ‘ναι μοναχός
και στη χαρά φαλτσάρει...

Πρόκειται τάχα για συμπτώσεις ή είναι τόσα πολλά τα τραγούδια σε τρίτο πρόσωπο?
Κι είναι, άραγε, όλα τους μελαγχολικά ή υπάρχουν και χαρούμενα, που όμως τα προσπερνάμε, γιατί η θλίψη και το παράπονο -όταν είναι σε τρίτο πρόσωπο- μας αγγίζουν σαν ακροατές, ευκολότερα ?
Το τρίτο πρόσωπο χρησιμοποιείται συνήθως στη λογοτεχνία. Στο τραγούδι, που σαν μέσο έκφρασης διαθέτει μεγαλύτερη αμεσότητα, η αλήθεια είναι πως οι δημιουργοί προτιμούν να απευθύνονται στον ακροατή σε δεύτερο πρόσωπο, βάζοντάς τον απέναντί τους ή να μονολογούν σε πρώτο πρόσωπο, βγάζοντας τ' απωθημένα τους.
Τα τραγούδια που είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, μας συστήνουν, ως επί το πλείστον, ιδιαίτερους ανθρώπους, προσωπικότητες που σπανίζουν ή ήρωες της καθημερινότητας, λαμπερούς και κοινωνικούς ή περιθωριακούς και μοναχικούς τύπους, πάντα όμως στεφανωμένους με μιαν αύρα σχεδόν μεταφυσική. Οι δημιουργοί τους, είτε περιγράφουν χαρακτήρες φανταστικούς είτε πραγματικούς, τους ξεχωρίζουν απ' το πλήθος και αφηγούνται σελίδες από τη ζωή τους, σα να πρόκειται για μικρά, τρίλεπτα μυθιστορήματα, με αρχή μέση και τέλος. Μαθαίνουμε γι αυτούς λεπτομέρειες, όπως το πότε και που γεννήθηκαν, από που έρχονται, που πηγαίνουν, πως είναι η εξωτερική τους εμφάνιση, ποιές είναι οι συνήθειες και οι ιδιαιτερότητές τους και σχεδόν πάντα, η μελωδική αφήγηση κλείνει με μια φυγή, μια παραίτηση, έναν θάνατο...
Ο λόγος που εξασκούν αυτήν την παράξενη γοητεία στον ακροατή, είναι ο ίδιος που συνδέει τον αναγνώστη με το λογοτεχνικό ήρωα και τον θεατή με τον πρωταγωνιστή μιας ταινίας... αναγνωρίζει κομμάτια απ' τη ζωή του, διακρίνει πτυχές του εαυτού του και φαντασιώνεται αυτό που θα ήθελε ή φοβάται, χωρίς ταυτόχρονα να είναι αναγκασμένος να βγει απ' το καβούκι του.
Έχοντας αυτά στο μυαλό μου, ανέτρεξα σε αγαπημένα μου ακούσματα, για να συνειδητοποιήσω πως, τελικά είναι πολλά, πάρα πολλά τα τραγούδια σε τρίτο πρόσωπο. Γι αυτό και θέλησα να εγκαινιάσω μια ξεχωριστή στήλη στο βλογ, στην οποία θα παρουσιάζουμε -με διαφορετική αφορμή κάθε φορά- επιλογές τραγουδιών που άπτονται ενός συγκεκριμένου θέματος ή θεματικής ενότητας. Κι επειδή τα πέντε μου φάνηκαν λίγα, ενώ τα δέκα πολλά, αποφάσισα να είναι επτά, μιας και υπάρχει και το ανάλογο τραγουδάκι...
"ΕΠΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ" λοιπόν, φίλε αναγνώστη κι επισκέπτη της μπλογκογειτονιάς. Επτά αγαπημένα τραγούδια σε τρίτο πρόσωπο...


1) Την ώρα που περνούσε τ' οργανάκι - Αττίκ

2) Το μήλο - Αφροδίτη Μάνου, Νίκος Πορτοκάλογλου

3) Σίδερο με ατμό - Λίνα Νικολακοπούλου, Σταμάτης Κραουνάκης

4) Περιμπανού - Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις

5) Η ιστορία της Μαρίας - Βασίλης Νικολαΐδης

6) Η ανεμώνα του Σικάγου - Σάννυ Μπαλτζή, Λάκης Παπαδόπουλος

7) Η ωραία Ανδριάνα των Αθηνών - Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής

Οι κυρίες πάντα προηγούνται... ακολουθούν οι κύριοι !!!

1) Κεμάλ - Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις

2) Ο γέρο-Μαθιός - Παύλος Σιδηρόπουλος, Παντελής Δεληγιαννίδης (Δάμων & Φιντίας)

3) Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί - Νίκος Καββαδίας, Θάνος Μικρούτσικος

4) Άγγελος εξάγγελος - Διονύσης Σαββόπουλος, Μπομπ Ντίλαν

5) Ο Τζακ Ο' Χάρα - Θεοδόσης Άθας, Γιώργος Ζαμπέτας

6) Του Βοτανικού ο μάγκας - Λάκης Τσώλης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης

7) Ο Αχιλλέας απ' το Κάιρο - Κώστας Τουρνάς

Αναμένω με λαχτάρα τις δικές σας προτιμήσεις, αλλά και τις απόψεις σας για τις επιλογές μου. Καλή ακρόαση !!!