Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Σώστε το "Ακροπόλ"

Το ραντεβού ήταν για τις 7:30, αλλά επειδή ποτέ δεν ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις Σάββατο βράδυ στους δρόμους της Αθήνας, φρόντισα να βρίσκομαι νωρίτερα κι έτσι είχα περίπου μισή ώρα στη διάθεσή μου για μια μικρή βόλτα. Προφανώς, μεγαλύτερη αγωνία για το τι θα μπορούσε να συμβεί Σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας, είχαν οι καταστηματάρχες και οι περιπτερούχοι, γι αυτό φρόντισαν κι αυτοί να λάβουν τα μέτρα τους. Μια οδός Σταδίου αγνώριστη, θα έλεγα ημιθανής... βιτρίνες θωρακισμένες με μπογιατισμένα παραπετάσματα, ως κάτω στην Ομόνοια. Επτά η ώρα κι ούτε ένα περίπτερο ανοιχτό για τσιγάρα, νερό ή έστω μια κουβέντα. Δυο τρεις περαστικοί όλοι κι όλοι, ξεφύτρωναν που και που από τα γύρω στενά, θαρρείς σε μια ύστατη προσπάθεια να την επαναφέρουν στη ζωή, αλλά κι αυτοί χάνονταν βιαστικά στα επόμενα. Λες κι είχε χτυπήσει σειρήνα κι όλοι βρίσκονταν στα καταφύγια περιμένοντας το βομβαρδισμό...
Βγαίνω στην Πανεπιστημίου κι είναι σαν να 'χω περάσει τα σύνορα και να βρίσκομαι σε άλλη χώρα. Στην Ιπποκράτους, ένα τσούρμο νεαροί και κοπελιές με λουλούδια στα μαλλιά, έχουν ξεχυθεί απ' το θέατρο "Ακροπόλ" και μιλούν με τους περαστικούς. Είναι οι συντελεστές της οπερέτας "Οι απάχηδες των Αθηνών", που πληροφορούν με τον τρόπο τους τον κόσμο, για την κατάσταση που επικρατεί στην Εθνική Λυρική Σκηνή και για τις προθέσεις της διοίκησης να κλείσει τη "Νέα Σκηνή" που στεγάζεται στο "Ακροπόλ" και τα τελευταία χρόνια - επί οκτώ συναπτές καλλιτεχνικές περιόδους - παρουσιάζει, με μεγάλη επιτυχία, παραστάσεις Ελληνικής οπερέτας. Μουσικοί, χορευτές και ηθοποιοί, ντυμένοι με τα κοστούμια της παράστασης, μοιράζουν φυλλάδια στους οδηγούς και στους επιβάτες των ταξί κι άλλοτε, ένα λουλούδι απ' τα πανεράκια τους στους διερχόμενους πεζούς. Στα πρόσωπά τους βλέπεις ζωγραφισμένη την αποφασιστικότητα να δώσουν τον καλόν αγώνα, που μόνο οι πραγματικοί καλλιτέχνες ξέρουν και την αισιοδοξία πως θα βρούν συμπαράσταση απ' τον κόσμο... συναισθήματα που απορρέουν απ' την αγάπη και την αφοσίωσή τους στην τέχνη τους. Μετά από λίγο, οι τεχνικοί έβγαλαν στο πεζοδρόμιο ένα τεράστιο ηχείο, που μετέδιδε ένα ένα, όλα τα γνωστά κι αγαπημένα τραγούδια της παράστασης κι όλοι μαζί, θεατές όλων των ηλικιών, περαστικοί όλων των εθνικοτήτων και καλλιτέχνες όλων των ειδών, μετέτρεψαν τη σεμνή διαμαρτυρία σε σύντομη γιορτή. Σύνθημα και μοναδικός σκοπός "Να σωθεί το Ακροπόλ... να διασωθεί η Ελληνική οπερέτα". Τρόπος υπάρχει κι είναι αυτός που η ίδια η παράσταση προτείνει...


Αυτό που είδαμε με τα μάτια μας κι ακούσαμε με τ' αυτιά μας μέσα στο θέατρο, δεν ήταν μια επανάληψη, στα πλαίσια μιας αναβίωσης του θεατρικού είδους των αρχών του περασμένου αιώνα. Ήταν μια διαφορετική προσέγγιση της γνωστής οπερέτας του Νίκου Χατζηαποστόλου, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η δομή της. Η προσθήκη κάποιων γνωστών τραγουδιών του από άλλες οπερέτες (... ενδεικτικά αναφέρω τη "Μοδιστρούλα" από την οπερέτα "Γυναίκα του δρόμου" του 1924, την "Πρώτη αγάπη" από την ομότιτλη οπερέτα του 1929, την "Παιχνιδιάρα" από τη μουσική ηθογραφία "Το κορίτσι της γειτονιάς" και την καντάδα "Μια μαργαρίτα" που ακούγεται προς στο τέλος της παράστασης) ζωντάνεψε το μουσικό μέρος και η διασκευή στο λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα, έκανε τους διαλόγους ν' ακούγονται πιο σύγχρονοι και πιο άμεσοι. Μια απόδοση, απ' όλους ανεξαιρέτως τους συντελεστές, πιο δροσερή και πιο φρέσκια, με γρήγορες αλλά διόλου κουραστικές εναλλαγές, μέσα σε λαμπερά και ταυτόχρονα λιτά σκηνικά και προσεγμένα, περίτεχνα αλλά όχι παλιομοδίτικα κοστούμια. Μια παράσταση γεμάτη χρώματα, ζωντάνια, κέφι και νιάτα ! Θα μπορούσε κάλλιστα ν' ανέβει ως μιούζικαλ στο Broadway !!
Κατάμεστο το θέατρο, με ένα κοινό που συμμετείχε τραγουδώντας κι επιβράβευσε στο τέλος με το πιο ζεστό του χειροκρότημα, μια εκπληκτική Ελπινίκη Ζερβού στο ρόλο της Τιτίκας, ένα απολαυστικό, αεικίνητο δίδυμο Καρούμπα - Καρκαλέτσου (... οι νεότατοι Χάρης Ανδριανός και Αντώνης Καλογύρου, διαφοροποιήθηκαν από το λαϊκό, αλλά κλασσικό ύφος των κουτσαβάκηδων και τόλμησαν, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Ισίδωρου Σιδέρη βεβαίως, ένα στυλ κομέντια ντελ άρτε), μια σαγηνευτική Ευδοκία Χατζηιωάννου στο ρόλο της Μπλου-Μπλου, μια γοητευτική και πολυτάλαντη Χαρά Κεφαλά, στο ρόλο της Βέρας κι έναν χαρισματικό Άγγελο Παπαδημητρίου (...η αύρα αυτού του ανθρώπου είναι κάτι το ασύλληπτο !) στο ρόλο του Ξενοφώντος Παραλή, που με την παρουσία του και μόνο έδωσε άλλον αέρα σ' ολόκληρη την παράσταση !

Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, θα ήταν αδιανόητο να ζητήσει κανείς να δοθούν χρήματα για την ανακαίνιση του θεάτρου, ακόμα και για τη συντήρησή του, που σε κάποιους τομείς, ίσως και να είναι απαραίτητη. Κυρίως όμως, θεωρώ αδιανόητο να μη δίνεται η ευκαιρία σ' ένα τόσο αξιοθαύμαστο καλλιτεχνικό δυναμικό, να εργαστεί για την ουσιαστική ανανέωση ενός θεατρικού είδους, που δεν έχει άλλη στέγη.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

"Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΛΑΕΙ"...

Την προηγούμενη Τρίτη πήγα στον Οργανισμό Εργατικής Εστίας γιά να δω ποιές προσφορές υπάρχουν σχετικά με τα ταξίδια του κοινωνικού τουρισμού. (Φυσικά πριν τέσσερις μήνες είχα στηθεί να δηλώσω συμμετοχή, εφοδιασμένος με βιβλίο και mp3 -μόνο κεφτεδάκια δεν πήρα- αφού η αναμονή ξεπέρασε τις 3 ώρες. Έλλην όμως ων και ως εκ τούτου ξεσκολισμένος στην υπομονή, περίμενα...)
Μιά εμορφούλα υπάλληλος, με ενημέρωσε γιά μια τετραήμερη κρουαζιέρα Μύκονο-Σύρο-Τήνο, άλλα σκέφτηκα να πάρω επταήμερο ταξίδι. "Γιά τα επταήμερα ελάτε τέλη Μαρτίου, αρχές Απριλίου..." μου είπε. Έτοιμος να φύγω θυμάμαι ότι ο ΟΕΕ προσφέρει και εισιτήρια θεάτρου. Ρωτάω την εμορφούλα και αρχίζει να μου αραδιάζει τα θέατρα που είναι συμβεβλημένα με τον ΟΕΕ. Ντρεπόμενος να ρωτήσω ΤΙ ακριβώς παίζουν τα θέατρα, κάθομαι και την κοιτάζω σα συναγρίδα της Ευριδίκης...
Βλέπει το χαμένο μου ύφος και μου πετάει: "Στο Περοκέ έχει τον Τσιβιλίκα..." Ποιό είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται φυσιολογικά στο μυαλό όταν ακούς "Τσιβιλίκας"; Σάββατο βράδυ, ΑΝΤ1, δεν έχεις πουθενά να πας, βαριέσαι καταθλιπτικά ακόμα και να πιάσεις το τηλεκοντρόλ να αλλάξεις κανάλι, κανένα γουρούνι δε σε παίρνει τηλέφωνο (που λέει και το τραγούδι), γενικώς μιά κατάσταση άκρως garfield-ική και καταλήγεις να βλέπεις κάτι που υπό νορμάλ συνθήκες δε θα έβλεπες ποτέ...
Κι όμως "ο κόσμος γελάει"... Τον ακούς... και καμιά φορά σκας κι εσύ ένα χαμόγελο με τις μούτες του Τσιβιλίκα, όταν δεν είναι πολύ υπερβολικές...

Αμφιταλαντευόμενος και αρχίζοντας να αισθάνομαι ότι μάλλον την κουράζω λέω ένα: "έστω, φέρτε αυτά"... Μέχρι να φτάσω στο σπίτι το είχα ήδη σκυλομετανοιώσει και αποφάσισα την άλλη μέρα να πάω να τα αλλάξω... Παρά ταύτα μπαίνω στο site του "αθηνοράματος" και διαβάζω τα σχόλια όσων είχαν πάει στην παράσταση... "Ο κόσμος γελάει..."

Την άλλη μέρα, στη θέση της εμορφούλας, βρήκα έναν υπάλληλο περίπου στην ηλικία μου και του λέω τι θέλω. Αυτός γυρνάει το κεφάλι, σηκώνει φρύδια και ώμους και κοιτώντας μέ με την άκρη του ματιού, μου λέει: "Μα στο Περοκέ δεν θέλετε να πάτε;;;;... Ο κόσμος γελάει!..."
Εγώ φοράω το πιό εξευμενιστικό μου χαμόγελο, ενώ ταυτόχρονα βάζω στο μίξερ δυό φλυτζάνια Δήμο Σταρένιο, μιά βαθιά κουταλιά Εβραίο και ενάμιση σωληνάρια Χατζατζάρη και κομπιάζοντας του λέω: "Δεν αμφιβάλλω ότι είναι μιά θαυμάσια επιλογή, αλλα είδα στην ιστοσελίδα σας στο διαδίκτυο κάποιες παραστάσεις που με ενδιέφεραν περισσότερο"... Δυσανασχετόντας και σαν να τον προσέβαλα βαρέως, αφήνει ο υπάλληλος ένα φύσημα και μου λέει: "Κανονικά αυτά πάνε στα κεντρικά και σούξου-μούξου-βούτυρο Κερκύρας... Άλλα ελάτε αύριο μήπως μούμπλε-μούμπλε-κουκουρούκου..."

Αυτό ήταν, σκέφτηκα, μου έμειναν αμανάτι και όπως πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα του παλιού καθηγητή μου που μας έλεγε: "Όταν παίρνεις κάτι (πολλώ δε μάλλον όταν αγοράζεις... και εγώ τα εισητήρια τα είχα πάρει τσάμπα...) προσπαθείς μετά κατά κανόνα, να δικαιολογήσεις την επιλογή σου, ανιχνεύοντας και το παραμικρότερο πλεονέκτημα και την παραμικρότερη αρετή της επιλογής αυτής, καταχωνιάζοντας στα πιό ερεβώδη τάρταρα της σκέψης, τα αρνητικά της..."
Και αυτό έκανα... Δε θα είναι τίποτα σπουδαίο άλλα παίζουν ο Τσιβιλίκας και ο Κωνσταντίνου, σκέφτηκα. Και στο κάτω κάτω, ο κόσμος γελάει...

Έτσι, το απόγευμα του Σαββάτου μη έχοντας -και μην τολμώντας;- να ζαλωθώ κανέναν άλλο, φορτώθηκα την "φουκαριάρα τη μανούλα μου" και πήγαμε στο Περοκέ, όπου μιά ατάκα έφθανε γιά να με βάλει στο κλίμα και να μου ανεβάσει ανησυχητικά τα επίπεδα της ούτως ή άλλως επιρεπούς στην ανύψωση υπεροψίας μου: "Ένα φιλοδώρημα γιά την ταξιθέτριαααα....", απαιτούσε μιά φωνή ανενδοίαστα. "Άλλες χώρες, άλλα ήθη, που λέει κι η παλιά γερμανική παροιμία" σκέφτηκα και έσκασα...

Το πρώτο μέρος ήταν υποφερτά χάλια... Αλλά ο κόσμος γελούσε... Όχι όπως σε άλλα θεάματα με κωμικό περιεχόμενο που έτυχε να πάω. Ήγουν γέλιο ντόλμπυ σαρράουντ, συγχρονισμένο και κατά κάποιο τρόπο χαλιναγωγημένο. Εδώ γελούσε ο καθένας με ό,τι ο ίδιος έβρισκε αστείο με γέλια χοντρά, κακαριστά, απενεχοποιημένα. Μιά χασμωδία. Μιά ολόκληρη παλέτα από γέλια με γκροτέσκα ιδιαιτερότητα που μου θύμισε την ταινία "Αμελί": Σίγουρα ο τύπος που συνέλεγε γέλια εδώ θα είχε βρει τον Παράδεισό του, σκεφτόμουν.

Ωιμέ!... τι πάθαμε οι λωλοί...

Ανηλεώς όμως με περίμενε το δεύτερο μέρος του έργου, το όποιο ήταν χωρίς πολλά πολλά, αφασικό. Μιά κανονική άσκηση στη νοημοσύνη του ανθρώπινου είδους. Μιά σφυριά με τη βαριά στo όποιο "cogito ergo sum" ή "rido ergo sum homo" (γελάω άρα είμαι άνθρωπος). Ακόμα κι οι ηθοποιοί που το έπαιζαν τόσο καιρό και από δύο φορές κάποιες μέρες, φαινόταν ότι ντρέπονταν. Είχαν κάποια μικρή συναίσθηση...
Δε βαριέσαι... Ο κόσμος γελούσε... Πραγματικά. Κοίταζα τα πρόσωπά τους. Σε μερικών μόνο είχε σχηματιστεί ένας πρωτοφανής μορφασμός. Ένας μορφασμός που μου πλούτισε τη συλλογή των ανθρώπινων εκφράσεων, που νόμιζα ότι ήξερα καλά. Μιά απίθανη μάσκα που απεικόνιζε το εξής: χαμόγελο έτοιμο να ξεψυχήσει, που δίνει στα χείλη το απαραίτητο στράβωμα, ενώ ταυτόχρονα μάτια που λένε: "με τι ακριβώς γελάω;"...

Στο τέλος το χειροκρότημα μου στον Κωνσταντίνου και τον Τσιβιλίκα ήταν διπλής όψεως: μπράβο γιά ό,τι αξιόλογο έχετε κάνει και ΜΠΡΑΒΟ στην ελαφρή καρδιά που μπορεί και το συνθλίβει τόσο αδιάντροπα... Περιττό να πω ότι φύγαμε σχεδόν τρέχοντας με την τρομοκρατημένη μανούλα μου (το έργο "αμάρτησα γιά το παιδί μου" δε θα τελειώσει ποτέ), ενώ μιά κυρία δίπλα μας ανέκραξε: "Ααααααααααααααχ... ΓΕΛΑΣΑΜΕ!..."

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Ευποιείν

Εαρινή ισημερία...
Ισορροπία δεικτών ωρολογίου...
Δίκταμο σιρόπι, ο έρωντας...
Σταγόνες εαρολογίας...
Αγώνας ν' ανοίξουν μαζί
Τα δυό παραθυρόφυλλα.

Γιορτάζουμε την ημέρα, με τον Μανόλη Αναγνωστάκη να διαβάζει επτά ποιήματά του, από τη συλλογή ” Η Συνέχεια 3″ (Πρώτη έκδοση : Σεπτέμβριος 1977)



ΤΩΡΑ ΜΙΛΩ ΠΑΛΙ…
Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το
λοιμό
Επισκέπτομαι τους φίλους μου, ξέρω πολλούς που σώθηκαν
(«Υπάρχει, πάντα μια αναχώρηση», έτσι είχα κάποτε πεί
Άλλοτε πάλι μίλησα για μιαν άγνωστη αρρώστια, — ποιος
τα θυμάται;)
Πέρασαν πια οι καταδικασμένες μέρες ανοίξαν τα παράθυρα
Χαρούμενοι οι οδοκαθαριστές σαρώνουνε στους δρόμους τα
σκουπίδια
Άρχισε πάλι η ζ ω ή, οι εγγραφές στους συλλόγους και τα
ινστιτούτα
Οι αγκαλιασμένοι έφηβοι στις πλατείες, τα ακατάλληλα
έργα στους κινηματογράφους
Οι αγγελίες στις εφημερίδες˙ πέρασε πια η κακή αποκριά
Οι προσωπίδες κάηκαν τα παλιά ονόματα λησμονήθηκαν
Και το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει για τη μετονομασία
των οδών.

Ραούλ, εσένα πάλι σκέφτομαι που δεν πρόλαβες να γίνεις
σοφός, να συζητήσεις,
Να δεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων, να μάθεις να
σιωπάς˙
Δε σου ‘μελλε να πιθανολογείς, να βγάζεις συμπεράσματα.
Δε σου ΄μελλε να διδαχτείς κι εσύ την αριθμητική των
ιδεών

Ο ΝΕΚΡΟΣ
Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περίμεναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους.
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

(Τόσα και τόσα πράγματα πού δεν προβλέπονται
Τόσες συνέπειες ανυπολόγιστες, τόσες θυσίες,
Σε ποιους υπεύθυνους να διαμαρτυρηθείς, που να φωνάξεις;)

Και ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.


ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα, απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά.
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε—ψηλά ψηλά—
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουργο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα-

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.
Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Είστε υπέρ η κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ…
Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
Όταν όλα περάσουν—πάντα σε περιμένω.

Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι αλλά πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι, στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν—
Σε περιμένω.

ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ
Εδώ οι πόρτες έγιναν στόματα
Βγαίνουνε ολοένα άνθρωποι σαν οργισμένες λέξεις
Σε δαχτυλοδειχτούν και σε υβρίζουν˙
Νέοι, χτες μόλις παιδιά, με την φλόγα στα μάτια
Νομίσματα νιόκοπα γεμάτα πάθος αγοράς
Όμως το παρελθόν δεν αγοράζεται δε μπορεί πια ν’ αγοραστεί
Η κάθε σπασμένη φωλιά η κάθε σβησμένη λέξη.
Εδώ τα παράθυρα γίναν αγχόνες
Δουλεύουν νύχτα μέρα σα ματόκλαδα
Όμως το αίμα Εκείνων δεν απαγχονίζεται
Δεν υποπτεύονται πώς ολοένα τους κυκλώνει
Δεν υποπτεύονται τι ξεπουλήθηκε—για να δολοφονούν.

Κι όμως υπάρχει πάντα μια εκδίκηση
Μια μυστική ενέδρα χωρίς διέξοδο
Ένας κοχλίας πού ριζώνει πιο βαθιά.

(Στο τέλος όταν όλοι π ε ρ ά σ ο υ ν σαν κι εμάς)

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων ιδεών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επίλεκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ήμερων μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών·
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι. απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκρότει δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το π ό τ ε και το π ω ς.)

Meine Damen und Herren.... : MAX RAABE und sein Palast Orchester!


Αυτήν την Τρίτη 24 Μαρτίου το αθηναϊκό κοινό θα έχει την τύχη να απολαύσει στο Θέατρο Μπάντμινγκτον, τις μελωδίες ενός σχήματος πολύ ιδιαίτερου. Ήγουν της Palast Orchester. Ενώ επικεφαλής των φωνητικών θα βρίσκεται ένας εξίσου ιδιαίτερος -αν όχι εκκεντρικός- καλλιτέχνης. Ήγουν ο Max Raabe, o οποίος συνέστησε την ορχήστρα (αποτελούμενη από 12 εξαιρετικά ταλαντούχους μουσικούς) το 1986 και από τότε μετράει μόνο επιτυχίες.

Το όνειρο του Raabe ήταν πρωτοποριακό, βαπτισμένο όμως εξολοκλήρου στο παρελθόν (γι' αυτό και κάλλιστα μπορεί να είναι το έμβλημα αυτού του blog): Ήθελε να δημιουργήσει μιά ορχήστρα στα πρότυπα των ορχηστρών των δεκαετιών του 1920-1930 που μεσουρανούσαν στο γοητευτικά παρηκμασμένο Βερολίνο εκείνης της εποχής. Λάμψη, λούσο, μεγαλοπρέπεια σε μιά εποχή όπου η Γερμανία έχει ήδη χρεωκοπήσει, ενώ το κραχ ήταν ante portas... Γι' αυτό ίσως ταιριάζει γάντι -καθ' ομολογίαν και του ίδιου του Raabe- αυτό το μουσικό φαινόμενο και στην εποχή μας.
Πέρα όμως από αυτό, "υπάρχει μιά κομψότητα σε αυτή τη μουσική. Είναι η πιό στιλάτη μορφή ποπ που υπήρξε ποτέ. Και έχει μιά σπιρτάδα που συχνά λείπει από τη σημερινή μουσική..." Κύριε Raabe μου γειά στο στόμα σας!
Βεβαίως το ότι θα εμφανιστεί μία και μόνο μέρα στην Αθήνα έκανε τις τιμές των εισητηρίων μάλλον αποτρεπτικές. Στους τυχερούς λοιπόν που θα μπορέσουν να πάνε να τον δουν...
Οι υπόλοιποι ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή που θα μας αξιώσει να (ξάνα)πάμε στο ξεμυαλιστικό Βερολίνο, θα τον απολαύσουμε στον φυσικό του χώρο...