Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ



"Ποιος Θανάσης" όμως ? Ο αγαθός υπάλληλος με το έκπληκτο βλέμμα, ο πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης με τις πονηρές γκριμάτσες, ο αεικίνητος τρελάρας με την περίεργη φωνή και το κοφτό γέλιο, ο άτσαλος και μπατίρης ερωτευμένος με το θλιμμένο χαμόγελο, ο φουκαράς βιοπαλαιστής με τις ανύπαντρες αδερφές, ο φαλακρός πράκτορ με τις τρελές ατάκες, ο καλός μας άνθρωπος, που συγκινεί με τις ατυχίες του και προκαλεί το γέλιο με τις γκάφες του... Όλα αυτά κι άλλα τόσα, που έρχονται στη μνήμη μας αντικρίζοντας αυτή τη μορφή, που κατά πολύ απέχει από το κλασικό παρουσιαστικό και παίξιμο των πρωταγωνιστών του Ελληνικού κινηματογράφου, είτε πρόκειται για ζεν πρεμιέ είτε για καρατερίστες και κωμικούς ηθοποιούς. Ο Βέγγος δεν μιμήθηκε κανέναν, παρόλο που κάποιοι τον χαρακτηρίζουν σαν τον "Έλληνα Σαρλό" και σαν "ενσάρκωση του Καραγκιόζη". Αν υπάρχουν κάποια στοιχεία απ' αυτούς τους ήρωες στο παίξιμό του, δεν είναι δανεικά ή κλεμμένα, πολύ απλά γιατί ο Βέγγος σπανίως υποδυόταν. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αυτός που βλέπαμε στο πανί κι αργότερα στη μικρή οθόνη, ήταν και είναι ο ίδιος ο Βέγγος κι όχι ένας τύπος που δημιουργήθηκε επί τούτου, όπως ας πούμε ο Θύμιος του Χατζιχρήστου, ο Λαλάκης του Βογιατζή ή ο Φίφης του Παράβα. Άλλωστε, το ότι χρησιμοποιήθηκε το πραγματικό του όνομα - αργότερα και το επώνυμο - στους τίτλους των ταινιών που πρωταγωνιστούσε, δεν ήταν καθόλου δείγμα ματαιοδοξίας, όπως μπορεί να πιστεύουν πολλοί κακεντρεχείς, αλλά μάλλον δείγμα ειλικρίνειας, αυτογνωσίας και αγνών προθέσεων. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...
Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο το Μάιο του 1926. Ήταν το μοναχοπαίδι του κυρ Βασίλη και της κυρά Ευδοκίας, που κατάφεραν να δώσουν στο Θανάση μόνο τη στοιχειώδη μόρφωση. Δύσκολες εποχές κι ο κυρ Βασίλης, έπιασε κάποτε δουλειά σαν υπάλληλος στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας. Στην Κατοχή, οργανωμένος πια στο ΕΑΜ, αγωνίστηκε για να σώσει το εργοστάσιο από την ανατίναξη που σχεδίαζαν οι Γερμανοί. Οι μαρτυρίες λένε πως, το εργοστάσιο σώθηκε τελικά, χάρη στις προσπάθειες αυτού ακριβώς του ανθρώπου, ο οποίος στη συνέχεια απολύθηκε από τη δουλειά του, εξαιτίας των αριστερών φρονημάτων του. Η ηθοποιός Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, μίλησε για εκείνη την περίοδο στο ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο Θανάση Βέγγο "Ένας άνθρωπος παντός καιρού" του Γιάννη Σολδάτου...

«Ήμουν 5 χρονών όταν γνωριστήκαμε. Εκείνος 9 χρόνια μεγαλύτερός μου. Μέναμε δίπλα, στο Νέο Φάληρο. Ζούσε με την οικογένειά του σε μια καμαρούλα. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεγάλες - ο πατέρας του ήταν αριστερός, τον είχαν διώξει από τη δουλειά, και δεν είχαν ούτε καν ηλεκτρικό. Ο πατέρας μου πέρασε ένα καλώδιο μέσα από τα δένδρα και τους έδωσε φως. Ο Θανάσης δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Στη γειτονιά βοηθούσε τους πάντες. Έβλεπε κάποιον να κρατά κάτι βαρύ και αμέσως πήγαινε να τον ξαλαφρώσει. Όταν τον έστειλαν στη Μακρόνησο, πήγαινα με τη μητέρα μου και κάναμε παρέα στους γονείς του. Εκεί γνώρισε τον Κούνδουρο και, όταν επέστρεψαν, μου τον έφερε στο σπίτι. Έτσι βγήκα στο σινεμά, στη "Μαγική πόλη" και τον "Δράκο", τις πρώτες ταινίες που συμμετείχε και ο Θανάσης. Την εποχή του "Δράκου" παντρεύτηκε και την Ασημινούλα. Δε ξανακοίταξε άλλη γυναίκα. Μείνανε όλοι μαζί σε κείνο το σπιτάκι στο Ν. Φάληρο. Εγώ κι ο Κούνδουρος στρώσαμε το νυφικό κρεβάτι. Ο Θανάσης ήταν πολύ σοβαρό και πονεμένο παιδί. Και μανιώδης με την καθαριότητα ! Όταν έχει γύρισμα μπαίνει πρώτος, καθαρίζει, ξεσκονίζει και μετά μπαίνουν οι άλλοι. Στη Μακρόνησο με τον Κούνδουρο έμεναν σε σκηνή. Ε, καθάριζε ώς και το χώμα!».

Όσο μικρό κι αν είναι ένα αφιέρωμα, όπως είναι ετούτο εδώ, γι αυτόν τον τεράστιο ερασιτέχνη ηθοποιό - και το επίθετο το γράφω με κάθε σεβασμό στο μετερίζι απ' όπου υπηρέτησε αυτήν την τέχνη - δεν είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας στη Μακρόνησο, καθώς εκεί ο νεαρός ακόμα Θανάσης, έχτισε το χαρακτήρα, που μετέπειτα γνωρίσαμε στις ταινίες του, βίωσε το παράλογο της στρατοκρατίας, έμαθε να υπομένει τον εξευτελισμό, υιοθέτησε την αξιοπρέπεια ως στάση ζωής και ταυτόχρονα γνώρισε τη συντροφική αλληλεγγύη. Μέσα σ' αυτό το άγονο περιβάλλον της εξορίας, της καταπίεσης και της αβάσταχτης μοναξιάς, ο Θανάσης Βέγγος διατήρησε την ανθρωπιά και την καλοσύνη του κι ήρθε σ' επαφή με πνευματικούς ανθρώπους, που διαμόρφωσαν την κουλτούρα της μεταπολεμικής Ελλάδας κι έδωσαν στον ίδιο την ευκαιρία ν' αναδειχθεί και ν' αλλάξει την πορεία της ζωής του. "Κάθε εμπόδιο για καλό", που θα 'λεγε κι ο ίδιος. Γιατί αν η κυβέρνηση "Συναγερμού" του στρατάρχη Aλέξανδρου Παπάγου, δεν θεωρούσε το Θανάση Βέγγο "απόκληρο" ή "μίασμα" και δεν τον είχε στείλει να υπηρετήσει στη Μακρόνησο, λόγω πολιτικών φρονημάτων, κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν μέχρι και σήμερα ένας πάρα πολύ καλός κατασκευαστής δερμάτινων ειδών, στο μαγαζάκι που διατηρούσε κάπου στο Μοναστηράκι. Ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος, που τον γνώρισε εκεί και συνδέθηκε φιλικά μαζί του και ήταν ο πρώτος άνθρωπος που διέκρινε το πηγαίο ταλέντο του, λέει χαρακτηριστικά...
« Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ' ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν' αρχίσω, μόνος τελείως, μ' ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ' ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ' αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: "Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις" λέει. "Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια" Λέω: "Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις". Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο. Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: "Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε". Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας. Ο Βέγγος δεν φτιάχτηκε ηθοποιός, γεννήθηκε. Κυριαρχείται από τον αγαθό δαίμονα που φροντίζει να συντηρεί μια αεί παρθενιά. Γεννήθηκε ως Βέγγος το '52, όταν η μοίρα άρπαξε τον αγαθό στρατιώτη του Δευτέρου Τάγματος Σκαπανέων της κόλασης, που είναι γνωστή με το λυρικό όνομα "Μακρονήσι", και τον πέταξε στα βαθιά νερά του κινηματογράφου και του θεάτρου. »
Μετά το πέρας της θητείας του, ο Βέγγος επέστρεψε στην παλιά του δουλειά, μέχρι που (το 1953) τον θυμήθηκε ο Κούνδουρος όταν γύριζε την πρώτη του ταινία, τη "Μαγική πόλη" και τον κάλεσε να παίξει έναν φουκαρά βιοπαλαιστή (δηλαδή τον εαυτό του)... ένα μαναβάκι της λαχαναγοράς. Η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους το 1955. Θα μεσολαβήσει, την ίδια χρονιά, ένα πέρασμά του από το μελόδραμα "Καταδικασμένη κι απ' το παιδί της" και την αμέσως επόμενη, ο Βέγγος θα παίξει το ρόλο ενός μπάρμαν σε κέντρο διασκέδασης της Τρούμπας, ο οποίος είναι συγχρόνως και μπράβος του αρχηγού μιας συμμορίας απατεώνων (τον υποδύεται ο Γιάννης Αργύρης), στη δεύτερη ταινία του Κούνδουρου "Ο δράκος", σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλη και με πρωταγωνιστή τον επίσης νέο τότε και πολλά υποσχόμενο ηθοποιό, Ντίνο Ηλιόπουλο. Εκεί θα φάει τις πρώτες θεαματικές φάπες, που έκτοτε θα τον καταδιώκουν σε ολόκληρη την κινηματογραφική σταδιοδρομία του.

Έτσι, ο εκφραστικός ηθοποιός με τη φαλάκρα, το συμπαθητικό πρόσωπο, την αβέβαιη έκφραση, μπήκε δυναμικά στον χώρο του κινηματογράφου, χωρίς να έχει φοιτήσει σε δραματική σχολή και χωρίς προϋπηρεσία στο θέατρο. Στην αρχή δούλεψε σαν φροντιστής, σαν να λέμε "ο άνθρωπος για όλες της δουλειές" των κινηματογραφικών πλατό, με πολύ μικρό, έως και καθόλου μεροκάματο. Σαν ερασιτέχνης, εμφανίστηκε με μικρούς ρόλους σε αρκετές, ενδιαφέρουσες και γνωστές ταινίες, όπως "Το κορίτσι με τα μαύρα" (1956) του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστές τους Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη, "Το κορίτσι με τα παραμύθια" (1956) του Ανδρέα Λαμπρινού και "Μαρία Πενταγιώτισσα" (1957) πλάι στη νεαρή κι ανερχόμενη Αλίκη Βουγιουκλάκη, "Έχει θείο το κορίτσι" (1957), με το μεγάλο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη, "Διακοπές στην Αίγινα" (1958) του Ανδρέα Λαμπρινού, με Βουγιουκλάκη και Κωσταντάρα, "Χαρούμενοι αλήτες" (1958), του Δημήτρη (Ντίμη) Δαδήρα, κοντά στον Νίκο Ρίζο, "Ο Μιμίκος και η Μαίρη" (1958) του Γρηγόρη Γρηγορίου και άλλες.
Στις 11 Απριλίου του 1959, αποκτά πλέον την άδεια άσκησης επαγγέλματος ηθοποιού, σαν εξαιρετικό ταλέντο και γίνεται μέλος του Σ.Ε.Η. Η πρώτη θεατρική του εμφάνιση έγινε την ίδια χρονιά, στο θέατρο Περοκέ, στην επιθεώρηση των Δημήτρη Βασιλειάδη και Ναπολέοντα Ελευθερίου "Ομόνοια Πλατς ...πλουτς", με το θίασο των Γιάννη Γκιωνάκη - Νίκου Ρίζου - Τάκη Μηλιάδη. Είναι η χρονιά που θα βγει στις αίθουσες και μια από τις καλύτερες ηθογραφικές κωμωδίες στην ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου. "Ο Ηλίας του 16ου", σε λυτή και μεστή σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου (από εκείνες που δε μπορεί κανείς εύκολα να αφαιρέσει ούτε ένα καρέ) και σενάριο πλούσιο σε πλοκή και σπαρταριστές ατάκες, γραμμένο από το αχτύπητο δίδυμο Σακελλάριος - Γιαννακόπουλος, είναι η ταινία που ο Θανάσης Βέγγος, για πρώτη φορά θα παίξει έναν μεγαλύτερο ρόλο και παρέα με τον Κώστα Χατζιχρήστο, θα μας χαρίσουν άφθονο, σπαρταριστό γέλιο...

Θα ακολουθήσουν όμως αρκετές ακόμα ταινίες, που θα δούμε το Βέγγο σε δεύτερους ρόλους, να τρέχει, να τρώει ξύλο και να βγάζει το φίδι απ' την τρύπα για λογαριασμό των πρωταγωνιστών, μέχρι να χριστεί ο ίδιος πρωταγωνιστής. Μόνο στους "Δοσατζήδες (ή αλλιώς "Περιπλανώμενοι Ιουδαίοι" 1959) του Βασίλη Γεωργιάδη, μοιράζεται το πανί και την μοτοσικλέτα - πολυκατάστημα, με το Νίκο Σταυρίδη και στο "Ο Μήτρος κι ο Μητρούσης στην Αθήνα" (1960) έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, μαζί με το Φραγκίσκο Μανέλη. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '60 θα βρεθεί σε αρκετές ταινίες με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Στη "Μουσίτσα" (1959) του Γιάννη Δαλιανίδη, θα είναι ο φίλος του κοσμικογράφου Ανδρέα Μπάρκουλη που κλέβει την καρδιά της, στο "Κλωτσοσκούφι" (1960) του Ντίνου Δημόπουλου, θα είναι ο ρεσεψιονίστ της ναυτιλιακής εταιρίας Βέγγελη ( τον υποδύεται ο Αλέκος Αλεξανδράκης) που την αποπαίρνει, στη "Μανταλένα" (1960) του Γιώργου Ρούσσου, ο καλοκάγαθος αστυφύλακας, που προσπαθεί να τη βοηθήσει και στο "Η Λίζα και η άλλη" (1961) του Ντίνου Δημόπουλου, ο δαιμόνιος ντέντεκτιβ, που αναλαμβάνει να την ανακαλύψει...

Μέχρι το 1962 που ο Βέγγος θα σημειώσει την πρώτη του καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία ως πρωταγωνιστής, με την ταινία "Ψηλά τα χέρια Χίτλερ" (1961) του Ροβήρου Μανθούλη, θα τον δούμε σε δεκάδες ταινίες, δράματα, αισθηματικές κομεντί, ηθογραφίες, τρελές κωμωδίες, άλλες άγνωστες στο ευρύ κοινό, άλλες πετυχημένες εμπορικά κι άλλες αμφιβόλου καλλιτεχνικής αξίας. Μέσα απ' αυτόν τον τεράστιο κατάλογο, θα προσπαθήσω να θυμηθώ και να σημειώσω τις πιο αγαπημένες, όπως το "Ζητείται ψεύτης" (1961) του Γιάννη Δαλιανίδη, βασισμένο στο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά, με τον απολαυστικό Παντελή Ζερβό και την Αννα Κυριακού, το βραβευμένο με Όσκαρ τραγουδιού (για "Τα παιδιά του Πειραιά" του Μάνου Χατζιδάκι) "Ποτέ την Κυριακή" (1960) του Ζυλ Ντασέν, με πλήθος γνωστών ονομάτων στο καστ (Μελίνα Μερκούρη, Γιώργο Φούντα, Δέσπω Διαμαντίδου, Τίτο Βανδή, Μήτσο Λυγίζο, Δήμο Σταρένιο, Αλέξη Σολωμό, Νίκο Φέρμα, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Αλέκα Κατσέλη, Φαίδωνα Γεωργίτση, Αρτέμη Μάτσα, Χριστόφορο Νέζερ και πολλούς άλλους), τη γλυκόπικρη ταινία "Χαμένα όνειρα" (1961) του Αλέκου Σακελλάριου, με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ και την Αντιγόνη Βαλάκου, στην οποία ακούγεται το υπέροχα νοσταλγικό βαλσάκι του Μάνου Χατζιδάκι, το "Ποιά είναι η Μαργαρίτα" (1961) με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και πρωταγωνιστές τους Τζένη Καρέζη και Γιάννη Φέρτη, το "Ευτυχώς τρελάθηκα" (1962) του Κώστα Ανδρίτσου, με το Νίκο Σταυρίδη, τη Γκέλυ Μαυροπούλου και τη Μάρθα Καραγιάννη, το "Η νύφη το ΄σκασε" (1962) του Σακελλάριου, που ο Βέγγος τραβάει τα πάνδεινα, ως ο φερόμενος απαγωγέας της παρ' ολίγον νύφης Τζένης Καρέζη, τις "Δουλειές του ποδαριού" (1962) και τέλος την ταινία "Ο ατσίδας" (1962) του Γιάννη Δαλιανίδη, με πρωταγωνιστές τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Ζωή Λάσκαρη και τη Μάρθα Καραγιάννη, στην οποία ταινία όμως, την παράσταση κλέβει ο Βέγγος στο ρόλο του θυμόσοφου σερβιτόρου Θρασύβουλα...

Ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του '60, οι περισσότερες εταιρίες παραγωγής ταινιών άρχισαν να δείχνουν μια προτίμηση στο σπαραξικάρδιο αισθηματικό ή "κοινωνικό" μελό που, τόσο από καλλιτεχνική όσο κι από καθαρά τεχνική άποψη, ήταν χαμηλού επιπέδου. Σε ανάλογο επίπεδο και κάποιες πρόχειρα γυρισμένες φαρσοκωμωδίες, που σώζονται αποκλειστικά και μόνο από την παρουσία των μεγάλων μας κωμικών. Με παραγωγό -ενίοτε και σεναριογράφο- τον Κώστα Στράντζαλη και πρωταγωνιστή, πια, το Θανάση Βέγγο, ξεχωρίζουν ελαφρώς οι ταινίες "Σχολή για σωφερίνες" (1964), "Ο καταφερτζής" (1964) σε σενάριο του Νίκου Τσιφόρου και "Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο" (1963) των Ορέστη Λάσκου και Ναπολέοντος Ελευθερίου. Σπουδαίες εξαιρέσεις, βέβαια, σημειώνονται ακόμα και δεν είναι άλλες από τις δημιουργίες των δεξιοτεχνών στο χώρο του λεγόμενου "ποιοτικού" κινηματογράφου, με συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, αλλά και του "εμπορικού", κυρίως με μεταφορές επιτυχημένων θεατρικών έργων στη μεγάλη οθόνη. Ανάμεσα σ' αυτές τις εξαιρέσεις, σίγουρα ανήκουν δυο αγαπημένες κωμωδίες του Αλέκου Σακελλάριου, με πρωταγωνιστή το Θανάση Βέγγο. Το "Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης" (1963), όπου οι αυτοτελείς ιστορίες των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου θέλουν το φτωχό κι άνεργο επαρχιώτη Θανάση, να περνά διαδοχικά κι ανεπιτυχώς από διάφορα επαγγέλματα (...γκαρσόνι, διαιτητής πυγμαχίας, βοηθός φαρμακοποιού, φωτογράφος κι αστυνομικός) πριν επιστρέψει απογοητευμένος στο χωριό του και το "Θα σε κάνω βασίλισσα" (1964), από το ομώνυμο θεατρικό έργο των Γιαννακόπουλου - Σακελλάριου. Εδώ ο Βέγγος ενσαρκώνει το μίζερο και τσιγκούνη κυρ-Αντώνη, έναν χαρακτήρα εκ διαμέτρου αντίθετο της γενναιόδωρης προσωπικότητάς του, αλλά και της αεικίνητης φιγούρας που δημιούργησε στη μεγάλη οθόνη κι αναδεικνύει, μέσω του απολαυστικού σεναρίου, το ερμηνευτικό του ταμπεραμέντο. Την ίδια περίοδο εμφανίζεται με επιτυχία στις παραστάσεις του θεάτρου Ακροπόλ "Οκτώ άνδρες κατηγορούνται" της συγγραφικής τριάδας Ασημακόπουλου - Σπυρόπουλου - Παπαδούκα και στο έργο "Κόκκινα τριαντάφυλλα" των Γιαλαμά - Πρετεντέρη - Ελευθερίου, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας σαιζόν (1963), θα τον βρει στο Θέατρο Εθνικού Κήπου με το έργο των Γιαλαμά - Πρετεντέρη "Οι φτωχοδιάβολοι", που την επόμενη χρονιά γυρίστηκε για το σινεμά από τη "Σπέντζος Φιλμ", με σκηνοθέτη τον Τζων Κρίστιαν και συμπρωταγωνιστές του Θανάση Βέγγου, το Γιάννη Μαλούχο και το Γιώργο Μιχαλακόπουλο...

Κάπου εκεί, περί τα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Θανάσης Βέγγος θα πάρει το ρίσκο να ηγηθεί - μαζί με τους Ρένα Βλαχοπούλου και Γιώργο Δάνη - θιάσου στο θέατρο Ακροπόλ, αλλά κι ένα ακόμα μεγαλύτερο, να ιδρύσει τη δική του εταιρία παραγωγής "ΘΒ - Ταινίες Γέλιου", με σκοπό να υλοποιήσει το όραμά του, ένα όραμα απόλυτης ερμηνευτικής ελευθερίας, που υπερβαίνει τους ισχύοντες σεναριακούς κανόνες της κωμωδίας και να περάσει στο πλατύ κοινό ένα ανατρεπτικό είδος σουρεαλιστικής φάρσας. Η πρώτη ταινία δικής του παραγωγής είναι το "Είναι ένας τρελλός, τρελλός Βέγγος" (1965), με τον Πάνο Γλυκοφρύδη πίσω απ' την κάμερα και τον ίδιο στο ρόλο του ορφανού κι άνεργου νέου, που ψάχνει να βρει τον πατέρα του. Ακολουθούν οι ταινίες "Ο παπατρέχας" (1966) και "Πάρε κόσμε" (1967), με σκηνοθέτη τον Ερρίκο Θαλασσινό, όπου ο Βέγγος είναι πάντα ο καλοκάγαθος άνθρωπος, που βρίσκει τα μύρια όσα εμπόδια παλεύοντας να φτιάξει τη ζωή του, ενώ παράλληλα δε σταματά ποτέ να νοιάζεται και να βοηθάει τους συνανθρώπους του. Απ' αυτά τα ολίγα και μόνο, εύκολα συμπεραίνει κανείς πως, το βασικό θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ιστορία σε κάθε ταινία του Θανάση Βέγγου, είναι καταρχήν τραγικό... κι όμως, ο κόσμος γελάει και γελάει πολύ !! Βλέπουν, άραγε, οι θεατές στο πρόσωπό του τον ίδιο τους τον εαυτό, γελούν με τα παθήματα ενός άλλου κι ανακουφίζονται ή αντιλαμβάνονται αυτό που, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι το κοινό υλικό της δραματικής τέχνης... τη ματαιότητα του ανθρώπινου βίου ?
Σχεδόν σε κάθε πλάνο που βλέπουμε το Βέγγο να τρέχει, πάντα υπάρχει αρχικά κάποιο εμπόδιο, που αποτυγχάνει να υπερπηδήσει ή κάποιο αντικείμενο που κρέμεται και χτυπά πάνω του το κεφάλι του, για να σωριαστεί καταγής. Πάντα όμως, ορθώνεται για να συνεχίσει και πάντα επαναλαμβάνει την ίδια αμεριμνησία, όπως ένα βρέφος στα πρώτα του βήματα ! Ο Βέγγος, με τρόπο οδυνηρό, σχεδόν Προμηθεϊκό, σκάβει τ' αρχέγονα χωράφια, απ' όπου κατάγεται το ανθρώπινο είδος. Κι όταν ξεμπερδέψει το βήμα του, και βρει δρόμο ανοιχτό, θα φύγει... σα να μη συνέβη απολύτως τίποτα !


(Συνεχίζεται)

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ


Ήταν όλο του το βιός. Στην κυριολεξία δηλαδή, αυτή ήταν όλη κι όλη η ζωή του, αλλά ταυτόχρονα και η περιουσία του. Αυτό το κουτί, το όχι πιο μεγάλο από έν' αστέρι, το όχι πιο μικρό από ένα βότσαλο, θ' ακουμπούσ' ευλαβικά- χάρισμα και κριτήριο - στα πόδια του Θεού του, όταν θα τον συναντούσε, όπως θ’ ακουμπούσε κανείς ένα στιλπνό βότσαλο στον ουρανό…
Το πήρε αργά στα χέρια του, το έφερε ψηλά στο μέρος της καρδιάς και με τρεμάμενο χέρι άνοιξε το καπάκι...
Μια μια, άστραφταν μπρος στα μάτια του οι στιγμές της ευτυχίας του. Λαμπερά διαμάντια, που μέσα από το πρίσμα τους έβλεπε καθαρά ό,τι έδωσε, ο,τι του δόθηκε απλόχερα, αλλά κι ό,τι κέρδισε με κόπο. Μοναδικά κι ασύγκριτα με οτιδήποτε στον κόσμο του. Το καθένα από αυτά έφερνε πάνω του ένα σημάδι, που το έκανε να ξεχωρίζει από τ' άλλα, χωρίς να χάνει όμως σε λαμπρότητα. Θέλησε να τα ξαναγγίξει για μια τελευταία φορά, πριν να τ’ αποχωριστεί για πάντα. Ένιωθε πως το τέλος πλησίαζε…

Άρχισε να τ’ αραδιάζει ένα ένα πάνω στο παλιό τραπεζάκι, που συνήθιζε να παίρνει τον καφέ του τα πρωινά, το τσάι του τ΄ απογεύματα και το ουίσκι του, μ’ ένα παγάκι μελαγχολίας, τα βράδια. Σαν έφτασε στον πάτο του κουτιού, τινάχτηκε πίσω κεραυνοβολημένος. Τι ήταν αυτό που άγγιξε? Τράβηξε απότομα το χέρι του κι έφερε τ’ ακροδάχτυλα μπρος στ’ απορημένα μάτια του. Ήταν κατακόκκινα και πονούσαν, σαν να ‘χαν δεχτεί δαγκωματιά από φίδι. Έσκυψε με τρόμο πάνω απ’ το κουτί, που κανονικά θα ‘πρεπε να χάσκει άδειο, μιας κι όλες τις στιγμές που είχε ζήσει, τις είχε μπροστά του, αραδιασμένες πάνω στο τραπεζάκι. Και τότε αντίκρισε αυτό που δεν περίμενε… ένα αναμμένο κάρβουνο, που σιγόκαιγε ήσυχο σε μια γωνιά του κουτιού...
"Θεέ μου" μονολόγησε, στρέφοντας τα μάτια του ψηλά "αν είναι αυτό το τέλος μου, δεν θέλω να το δω" …
Αλλά ο Θεός του, είχε άλλα σχέδια για κείνον. Ήθελε να τον κάνει, όχι μόνο να το δει, αλλά να το πάρει και στα χέρια του. Ήθελε να του δείξει πως, αυτό το κάρβουνο υπήρχε πάντα εκεί, στον πάτο του κουτιού… πως ήταν αυτό που χάρισε όλα εκείνα τα μοναδικά σημάδια στα διαμάντια της ευτυχίας του, πως δεν θα ‘πρεπε να το φοβάται και πως προλάβαινε, αν ήθελε, να το κάνει κι αυτό ένα διαμάντι, ακόμα πιο λαμπερό και πιο όμορφο από όλα τ’ άλλα, τέλειο αυτό κι αψεγάδιαστο, σαν τ’ ομορφότερο πετράδι του κόσμου του…
Τότε ήταν, που άρχισε να χιονίζει ξαφνικά κι είδε να γλιστρούν στο τζάμι οι μικρές νιφάδες, που τον προσκαλούσαν στον τελευταίο του χορό μαζί τους. Έβγαλε με κόπο, αλλά και με μια παιδιάστικη λαχτάρα, τα παπούτσια του και βγήκε ξυπόλητος στη γαλάζια νύχτα. Ήθελε να νιώσει για τελευταία φορά το αφράτο χιόνι στις γυμνές, γέρικες πατούσες του… να στροβιλιστεί για τελευταία φορά στον παγωμένο βοριά, όπως έκανε παιδί... τότε που χόρευε πανάλαφρος, γύρω απ' το λεπτό κορμί της ανθισμένης μυγδαλιάς, αδιαφορώντας για τις φωνές της μάνας του, πως τάχα θ’ αρρωστήσει. Ήθελε, επιτέλους, να κάνει ανακωχή με το χειμώνα της μοναξιάς του και να πάει να την βρει…


Στάθηκε στη μέση της αυλής, λαχανιασμένος και ζαλισμένος από τις πιρουέτες κι άνοιξε τα χέρια του, σε μια αγκαλιά, που θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή, να χωρέσει το σύμπαν. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά κι έβλεπε τώρα, ως και τα χέρια του Θεού του, να χαμηλώνουν και να πασπαλίζουν με νιφάδες - άχνη ζάχαρη του φάνηκε - τον κόσμο…
"Σ’ ευχαριστώ !" του φώναξε, πεσμένος τώρα πια στα γόνατα…
Αφού έμεινε έτσι ακίνητος για λίγο, άρχισε σιγά σιγά να μαζεύει γύρω του το αφράτο χιόνι. Δεν ένιωθε πόνο πια, δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε την παγωνιά…
Άρχισε να σχηματίζει με το χιόνι ένα σώμα, όπως θα ήταν, αν ήταν, ξαπλωμένο στο λευκό σεντόνι, γύρω του. Έπειτα το πρόσωπο… το πιγούνι, το μέτωπο, τη μύτη… Σαν έφτασε στο στόμα κοντοστάθηκε... το καλοκοίταξε… κάτι του θύμιζε. Μα βέβαια ! Ήταν εκείνη ! Εκείνη, όπως την θυμόταν... νέα κι όμορφη ! Άγγιξε με τα ματωμέν' ακροδάχτυλα τα χείλη της κι όπως βάφτηκαν κατακόκκινα, ήταν σαν να πήραν ζωή. Της χαμογέλασε και - μα το Θεό - θα ‘παιρνε όρκο, πως του χαμογέλασε κι αυτή… Σηκώθηκε με δυσκολία από χάμω και βάδισε προς το σπίτι... "Μια στιγμή!" της φώναξε, κάνοντας ένα νόημα με το χέρι του, σαν να της έγνεφε να περιμένει… "Στάσου και θα δεις !"

Όρμισε στο δωμάτιο κι άρπαξε με τα δυο του χέρια το αναμμένο κάρβουνο απ’ το κουτί. Καιγόταν, μα δεν τον ένοιαζε… το 'σφιξε στη χούφτα του με όση δύναμη του απέμεινε. Ένιωσε τον πόνο να διαπερνά όλο του το κορμί... δεν άντεξε. Σωριάστηκε στην ψάθινη καρέκλα και λύθηκε στο κλάμα, πασχίζοντας να βρει το κουράγιο να πραγματοποιήσει την τελευταία του υπόσχεση. Κάποτε σήκωσε τα μάτια και τ' άφησε να πλανηθούν στο μικρό δωμάτιο, σαν ν' αποχαιρετούν το καθετί... "Μα, πως μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο ?" μονολόγησε... "στ' αλήθεια, έχω τρελαθεί !" Ο εαυτός του παιδί, τον καθησύχασε μέσ' από μια κιτρινισμένη φωτογραφία στον τοίχο... σίγουρα μπορούσε !
Σηκώθηκε απότομα και χίμηξε στην εξώθυρα. Τα πόδια του τρέκλιζαν κι όπως έτριζαν πάνω στο χιόνι, έλεγες πως θα σπάσουν σε χίλια κομμάτια, μα δεν τον ένοιαζε. Τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια του, δυσκόλεψαν ακόμα πιο πολύ την ταλαιπωρημένη εδώ και χρόνια από τον καταρράκτη όραση του, μα δεν τον ένοιαζε. Πήρε σβάρνα, βγαίνοντας, το ποτιστήρι που ‘χε για τις καμέλιες στη βεράντα και κατέβηκε κουτρουβαλώντας τα σκαλοπάτια, μα δεν τον ένοιαζε…
Όταν πια, αποκαμωμένος, έσκυψε πάνω απ’ την καλή του, που τον περίμενε ασάλευτη να γυρίσει, είχε μιαν όψη μαγεμένη, ανακατεμένη με γέλια και με κλάματα και σκεπασμένη από ένα λεπτό στρώμα πάχνης... μα δεν τον ένοιαζε.
Άνοιξε με το χέρι του μια μικρή λακουβίτσα κάτω απ’ το στήθος της κι απίθωσε εκεί το αναμμένο κάρβουνο. Ύστερα το σκέπασε με λίγο χιόνι και το κοιτούσε που πάγωνε αργά και γινόταν διαμάντι. Ήταν τόσο χαρούμενος μ’ εκείνη την τελευταία στιγμή της ευτυχίας του, που το μόνο που τον ένοιαζε πια, ήταν να κουρνιάσει πλάι στην καλή του και να κοιμηθεί εκεί, μαζί της… για πάντα.

Σημείωση : Για την εικονογράφηση του παραμυθιού χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα γνωστά έργα του Vincent Willem van Gogh

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Υποψηφιότητες



Προς Θεού, μην βάλετε με το νου σας πως επέστρεψα στο ιστολόγιο για να σας προτείνω υποψήφιους δημάρχους και συμβούλους δια τας επερχομένας εκλογάς. Παρακινούμενη εκ της δημοσιεύσεως της φιλτάτης Τσουκνίδος και κινηματογραφόφιλη ούσα, θεώρησα καθήκον μου να συνδράμω εις την προώθησιν των εγχωρίων παραγωγών εις τα φεστιβάλια της αλλοδαπής. Ελπίζω να εκτιμήσετε δεόντως την ημετέραν προσπάθειαν και ει δυνατόν, να συνεισφέρετε και υμείς, ίνα εμπλουτισθεί ο κατάλογος των ταινιών, ώστε ως χώρα, να καταστούμε -επιτέλους- εις τας υπολογισίμους δυνάμεις του καλλιτεχνικού στερεώματος !!!

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

MAY/DAY...MAY/DAY...



Πως αλλάζουν τα πράγματα απ' τη μια στιγμή στην άλλη... είναι ν' απορεί κανείς. "Παράξενη πρωτομαγιά, μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια..." Τι άλλαξε από την εποχή που γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι από το Νίκο Γκάτσο ? Τι άλλαξε από τον "Θλιμμένο Μάη" του Σπύρου Βασιλείου ? Ίσως τα πάντα, ίσως και τίποτα. Ίσως πάλι, να 'ναι μόνο τα προσωπεία των θεσμών και των αρχόντων που άλλαξαν ονόματα και χέρια... εκείνοι που ήσαν απ' τη μια μεριά τα φόρεσαν και με μιας βρέθηκαν απ' την άλλη.
Όντας μέσα στη δύνη, βιώνεις την αδιάκοπη αλλαγή σαν μόνιμη κατάσταση, στην οποία αυτό που δεν αλλάζει είναι ότι τα πάντα μπορούν ν' αλλάξουν απ' τη μια στιγμή στην άλλη. Απ' το ψέμα στην αλήθεια κι απ' την αλήθεια στο ψέμα, για να καταλήγουμε πάντα σε μια αλήθεια κουτσουρεμένη κι ένα δίκιο, που κανένας από κείνους που το 'χουν με το μέρος τους, δεν το βρίσκει..."τι να την κάνεις πια την περηφάνια ?"
Ας πούμε ότι σου λένε αλήθεια για το παρόν και ψέματα για το παρελθόν ή αλήθεια για τις προθέσεις τους, αλλά ψέματα για τις πράξεις τους. Κι ας πούμε ότι σου λένε ψέματα για τα δανεικά κι αλήθεια για τα δεδουλευμένα ή ψέματα για την κλεψιά κι αλήθεια για τη σπατάλη. Ποιά η διαφορά όταν αποφασίσουν να σου αντιστρέψουν την εικόνα ? Αν δε μάθεις όλη την αλήθεια για όλα, καμία διαφορά δε θα υπάρξει... θα είσαι πάντα στο περίπου. Περίπου πεινασμένος, περίπου χορτάτος, περίπου ψύχραιμος, περίπου θυμωμένος, περίπου χαρούμενος, περίπου θλιμμένος... Όχι ακριβώς δυστυχής, αλλά ούτε κι απόλυτα ευτυχής... Περίπου σωστός, περίπου καλός, περίπου δίκαιος, περίπου έντιμος (...) περίπου ζωντανός.
Αν δε γνωρίζεις την πραγματική κατάσταση, δε μπορείς να την πάρεις στα χέρια σου. Κάποιοι, ασφαλώς, θα θελήσουν να σου την κρύψουν, είτε παρουσιάζοντάς την καλύτερη είτε χειρότερη απ' ότι είναι. Απ' αυτούς, πολλοί θα ισχυριστούν πως το κάνουν για το δικό σου συμφέρον. Από αυτούς, ένας δυο μπορεί και να σε πείσουν. Αν σε πείσουν, αυτόματα σου μεταβιβάζουν μερίδιο της ευθύνης (...αυτό το κόλπο ονομάζεται, κατ' ευφημισμόν, δημοκρατία). Όταν κάποτε σε νιώσουν δικό τους, τότε και μόνον τότε, μπορεί και να σου αποκαλυφθούν, αλλά για σένα θα είναι αργά... ήδη θα έχεις περάσει από την άλλη μεριά, εκείνων που κρύβουν την αλήθεια. Και τότε θα καταλάβεις πως, μόνο για ίδιον όφελος μπορεί η πραγματικότητα να μεταμφιέζεται...
Το σήμα κινδύνου ηχεί μια φορά... η πόρτα ανοίγει άπαξ και -δεδομένου ότι δε γίνεται να περάσεις μια ζωή στο πλατύσκαλο- πρέπει ν' αποφασίσεις προς ποιά μεριά θα κινηθείς. Αναγκασμένος και συνάμα ελεύθερος... ελεύθερος, γιατί τώρα πια γνωρίζεις κάτι παραπάνω.