Ἡ Ἔλσα Μάξγουέλ σας δίνει τὴ συμβουλὴ νὰ ἀγνοήσετε τούτη τὴ φωτογραφία της καὶ νὰ μὴν κρατᾶτε ποτὲ τὰ βουτήματα μὲ τεντωμένο τὸ μικρό σας δάκτυλο…!
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Προσοχή στο δακτυλάκι!
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Ραδιορομάντσα και ραδιο-πάθεια...
Είναι αλήθεια πως υπήρξε μια εποχή, όπου το ραδιόφωνο βρισκόταν πολύ περισσότερο στη ζωή μας απ’ ότι σήμερα. Και ως γνωστόν επείχε της θέσεως που αργότερα επέπρωτο να καταλάβει η πολυαγαπημένη μας τηλεόραση…
Το παρακάτω χρονογράφημα του Φρέντυ Γερμανού, από το περιοδικό «Συλλογή», μας μεταφέρει νοερά στα ήθη άλλα και τα έργα και τις ημέρες εκείνης της εποχής, που ενίοτε μπορούσαν να κλειστούν και σε ένα τρανζιστοράκι…
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ διάβασα σὲ μία στατιστικὴ ὅτι τὸ πιὸ δακρύβρεκτο ἡμίωρό του ἑλληνικοῦ εἰκοσιτετραώρου εἶναι τὸ ἡμίωρο ποὺ περιλαμβάνεται μεταξὺ 11.30 καὶ 12ης μεσημβρινῆς. Εἶναι τὸ ἡμίωρο ποὺ φιλοξενεῖ τὸ νεοελληνικὸ πάθος τοῦ 1968.
Στὸ ἡμίωρο αὐτὸ ἐκπέμπονται ὅλα τὰ ράδιο-ρομάντσα τῆς τελευταίας ἐσοδείας. Καὶ οἱ «Πικρές-μικρὲς ἀγάπες» (ποὺ δὲν εἶναι οὔτε πικρές, οὔτε μικρές, ἄλλα γλυκὲς καὶ μεγάλες), καὶ τὰ «Κορίτσια ἀλλιώτικα ἀπὸ τ’ ἄλλα» - ποὺ δὲν εἶναι καθόλου ἀλλιώτικα ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Γιὰ τὴν Ἑλληνίδα νοικοκυρὰ τὸ ἡμίωρο αὐτὸ εἶναι ἕνα ἡμίωρο σωτηρίας. Εἶναι ἡ ὄασις μέσα στὴν πρωινὴ ἔρημο. Ἄλλοτε, τὰ πρωινὰ ἡ Ἑλληνὶς νοικοκυρὰ δὲν εἶχε νὰ κάνει τίποτε καλύτερο ἢ τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ περιμένη τὸν κύριό της καὶ τὸν ἀφέντη της. Τώρα ἡ περίοδος αὐτὴ ἀνήκει ὁριστικὰ στὸ παρελθόν. Τώρα, ἐνῶ ὁ σύζυγος ἐργάζεται στὸ γραφεῖο του ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, τὴν ἴδια ὥρα μέσα στὸ σπίτι τοῦ διαπράττονται τέρατα καὶ σημεῖα: Ἡ σύζυγος τὸν ἀπατὰ μὲ Ρωμαίους καὶ Ροδόλφους, ταξιδεύει σὲ Κάννες καὶ Μαγιόρκες, ζῆ ἔντονα πάθη καὶ διάγει ἕναν ἁμαρτωλὸ καὶ λάγνο βίο, ποὺ εἶναι κοκταίηλ «Ἀγγελικῆς-μαρκησίας τῶν ἀγγέλων» καὶ μαρκησίου ντὲ Σάδ.
Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν μέσα στὴν γεωγραφικὴ περιοχὴ τῆς κουζίνας – διότι κατὰ κανόνα εἶναι ὤρα τοῦ μαγειρεύματος. Εἶναι ἡ ὥρα τῆς λαγνείας καὶ τοῦ τασκεμπάπ, τοῦ πάθους καὶ τῆς φασολάδας, τῆς λαγνείας καὶ τοῦ ἰμὰμ μπαϊλντί.
Μία ἀνεπίσημη στατιστική μας πληροφορεῖ ὅτι ἀφ’ ὅτου μπῆκαν τὰ ράδιο-ρομάντσα στὴ ζωὴ τῆς Ἑλληνίδος νοικοκυρᾶς, τὰ τασκεμπάπ, οἱ φασολάδες καὶ τὰ ἰμὰμ μπαϊλντὶ ἀποτυγχάνουν συστηματικά: Ἡ ἀπιστία ἔχει πάντα καὶ τὶς συνέπειές της…
Αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρὰ τοῦ ζητήματος. Ἡ ἄλλη πλευρὰ εἶναι ὅτι τὰ ράδιο-ρομάντσα ἔχουν καὶ τὴν εὐεργετική τους συμβολή: Μία ἄλλη ἀνεπίσημη στατιστική μας πληροφορεῖ ὅτι ἀφ’ ὅτου μπῆκε τὸ εἶδος στὰ προγράμματα τοῦ Ε.Ι.Ρ., λιγόστευσαν τὰ συζυγικὰ δράματα. Τὸ φαινόμενο ἔχει τὴν ἐξήγησή του. Ἡ Ἑλληνὶς νοικοκυρὰ δὲν εἶναι πιὰ τόσο εὐάλωτος στόχος, γιὰ τὸν γαλατὰ ἢ τὸν ὀξυγονοκολλητὴ ἢ γιὰ τὸ παιδὶ τοῦ μπακάλη τῆς γειτονιᾶς. (Αὐτοὶ ἤσαν ἄλλοτε οἱ ἄνδρες ποὺ κυκλοφοροῦσαν κάθε πρωὶ στὴ ζωή της. Ἐὰν ἤθελε νὰ ἀποκτήσει ἐραστή, ἔπρεπε νὰ τὸν διαλέξη μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρωινὸ ρεπερτόριο).
Τώρα τὰ πράγματα ἄλλαξαν- χάρις στὰ ράδιο-ρομάντσα. Οἱ μετοχὲς τῆς ἀνέβηκαν. Δὲν εἶναι πιὰ ἡ πλήττουσα μέχρι θανάτου πιστὴ σύζυγος. Εἶναι ἡ πρωταγωνίστρια. Εἶναι ἄλλοτε ἡ Βάνα, ἄλλοτε ἡ Μαριάννα, ἄλλοτε ἡ Τερέζα καὶ ἄλλοτε ἡ Τζούλια. (Αὐτὰ εἶναι κατὰ κανόνα τὰ ἐξωτικὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα ἐμπνέουν τοὺς ράδιο-συγγραφεῖς μας). Μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε μία Μπιάνκα ἢ μία Τερέζα νὰ συνάπτει ἐρωτικὴ σχέση μὲ τὸν ὀξυγονοκολλητὴ τῆς γειτονιᾶς; Μᾶλλον δὲν θὰ μπορῆτε.
Ἰδοὺ τὸ δράμα τοῦ ὀξυγονοκολλητοῦ: Αἰφνιδίως ἡ Ἑλληνὶς νοικοκυρὰ ἔγινε ἀπρόσιτη. Μαθημένη πλέον νὰ κυκλοφορεῖ κάθε πρωί, ἄλλοτε μὲ κάποιον Ἐρρίκο καὶ ἄλλοτε μὲ κάποιον Ροδόλφο, βλέπει τὸν ζέν-πρεμιὲ τῆς συνοικίας σὰν μύγα. Δὲν τὴν συγκινεῖ πλέον. Δὲν τὸν θέλει. Οἱ κλάσεις τοὺς διαφέρουν. Καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ διαφέρουν ἕως ὅτου κάποιος ράδιο-συγγραφεὺς λυπηθῆ τὸ θέμα τῆς ἱστορίας καὶ βάλει σὲ κάποιο ράδιο-ρομάντσο τὴν ἡρωίδα νὰ ἐρωτευθῆ κάποιον ὀξυγονοκολλητὴ – ὀνόματι Ἐρρίκο ἢ Ροδόλφο!
Ἴσως αὐτὸς ὁ ράδιο-συγγραφεὺς νὰ εἶμαι ἐγώ. Τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ πόσο βαθειὰ ἐπιθυμία ἔχω νὰ γράψω κάποτε ἕνα τέτοιο ρομάντσο. Ξέρω ὅμως ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο. Σὲ γενικὲς γραμμὲς ἕνα ράδιο-ρομάντσο πρέπει νὰ διαθέτει τὶς ἑξῆς ἀρετές:
Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ εἶναι αἰσθηματικὸ καὶ λυπητερό. Ἐὰν εἶναι σκέτο αἰσθηματικὸ δὲν φθάνει. Πρέπει νὰ προκαλεῖ καὶ τὸν θρῆνο. Ὑπάρχει ἕνα σιωπηρὸ συμβόλαιο μεταξὺ τοῦ ράδιο-ἀκροατηρίου καὶ τῶν ἐκπομπῶν αὐτῶν ποὺ στηρίζεται σὲ ἕνα μίνιμουμ γκαραντὶ ἑνὸς γραμμαρίου δακρύων. Ὁ συγγραφεὺς ἔχει ἱερὴ ὑποχρέωσι ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ «Τάιντ» ἢ τοῦ «Ρόλ» ἢ τοῦ «Τρύλ» νὰ μὴν ξεπέφτει ποτὲ κάτω ἀπὸ τὸ μίνιμουμ αὐτό.
Πρέπει νὰ περιέχει βαθιὰ καὶ συγκλονιστικὰ νοήματα. Ὅλοι οἱ ἥρωες τῶν ράδιο-ρομάντσων εἶναι βαθεῖς γνῶστες τῆς ἀνθρώπινης ψυχολογίας καὶ εἶναι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ἕτοιμοι νὰ ποῦν κάτι βαθύ, πολύπλοκο καὶ ἐρεβῶδες.
Ἂς πάρωμε μία συγκεκριμένη περίπτωση: Ἡ Μπιάνκα εἶναι κλεισμένη στὸ δωμάτιό της καὶ ἀκούει ἕναν δίσκο στὸ πίκ-ἄπ. Χτυπᾶ ἡ πόρτα. Εἶναι ἡ θεία. Πάντα σὲ κάθε ράδιο-ρομάντσο ὑπάρχει μία Μπιάνκα, ἕνα πίκ-ἂπ καὶ μία θεία. Ἀτυχῶς ὑπάρχουν καὶ ἀκροαταί.
Ἀκολουθεῖ ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἑξῆς:
ΘΕΙΑ: Τί ἔχεις Μπιάνκα;
ΜΠΙΑΝΚΑ (κλαίει): Ἔφυγε ὁ Ροδόλφος…
ΘΕΙΑ: Οἱ ἄνδρες εἶναι γεννημένοι γιὰ νὰ φεύγουν…
ΜΠΙΑΝΚΑ: Ὦ, θεία – τί ὡραία ποὺ μιλᾶς…
ΘΕΙΑ: Δὲν μιλάω ὡραῖα, Μπιάνκα. Ξέρω ἁπλῶς τὴ ζωή…
Στὴ συνέχεια τῆς ἐκπομπῆς ἡ θεία ἀφηγεῖται μία περιπέτειά της ποὺ εἶχε ὅταν ἦταν 18 χρονῶν. Ἐὰν ὁ συγγραφεὺς ἔχη λίγη φαντασία μπορεῖ νὰ περιπλέξει ἀκόμη περισσότερο τὰ πράγματα. Μπορεῖ λόγου χάρη νὰ ἀποδειχθῆ ὅτι ὁ Ροδόλφος εἶναι νόθος γιὸς τῆς θείας. Ἢ ὅτι ἡ θεία εἶναι νόθος κόρη τοῦ Ροδόλφου…
Οἱ ἥρωες ἑνὸς ράδιο-ρομάντσου πρέπει νὰ ἔχουν πλούσιο, σκοτεινὸ κι ἀνεξερεύνητο ψυχικὸ κόσμο.
Κάθε φορὰ ποὺ ἀκούω ἕνα ράδιο-ρομάντσο, διερωτῶμαι πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ συνωστίζονται τόσοι πολλοὶ βαθεῖς τύποι σὲ μία ἐκπομπὴ διάρκειας ἑνὸς τετάρτου. Εἶναι μία περίπτωσις ποὺ θυμίζει τὸ καπέλλο τοῦ θαυματοποιοῦ – ἀπὸ ὅπου ἀναπηδοῦν διαρκῶς κουνέλια.
Ὁ συγγραφεὺς ἑνὸς ράδιο-ρομάντσου ἔχει σὲ τελευταῖα ἀνάλυση πολλὲς ὁμοιότητες μὲ ἕναν θαυματοποιὸ – ἢ μὲ μία κουνέλα: Πρέπει νὰ γεννᾶ διαρκῶς. Ἄλλο παράδειγμα:
ΕΚΕΙΝΗ: Νοιώθω τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες. Μερικὲς φορὲς ὅταν περπατῶ μόνη σὲ ἕνα δάσος σκέπτομαι πόσο περίεργη εἶναι ἡ ζωή…
ΕΚΕΙΝΟΣ: Πόσο δίκιο ἔχεις.
ΕΚΕΙΝΗ: Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ.
ΕΚΕΙΝΟΣ: Πὼς λάμπουν τὰ μάτια σου…
ΕΚΕΙΝΗ: Νοιώθω σὰ νὰ ὑπάρχουν τρεῖς γυναῖκες μέσα μου…
Τὸ ράδιο-κοινὸ αἰσθάνεται πάντα μία ἰδιαίτερη ἡδονὴ ἐξερευνώντας τὸ σκοτεινὸ δάσος τῆς σλαβικῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι φανερὸ ὅτι διαθέτει ἡ ἡρωίς.
Γιὰ τὸν ἥρωα τὰ πράγματα εἶναι βέβαια ἀπελπιστικά. Τὸ νὰ ἔχεις πάρε-δῶσε μὲ μία νέα, ἡ ὁποία ἔχει τρεῖς γυναῖκες μέσα τῆς δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο πράγμα. Ἰδίως ὅταν σκέπτεσαι ὅτι θὰ ἔλθει μία μέρα ποὺ θὰ τὶς παντρευθῆς, θὰ τὶς ντύνης καὶ θὰ τὶς ταΐζης- καὶ τὶς τρεῖς…
Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν ἐξαντλεῖται, βέβαια, σὲ ἕνα ἄρθρο τόσο σύντομο καὶ τόσο πρόχειρο. Κάποτε θὰ χρειασθῆ νὰ ὁλοκληρώσω τὴ συνταγή.
Πρὸς τὸ παρὸν ἄς μου ἐπιτραπῆ νὰ σταματήσω ἐδῶ. Ἡ ὥρα εἶναι ἀκριβῶς 11.30 καὶ τὴν ὥρα αὐτὴ δὲν γράφω ποτέ:
Ἀκούω ραδιόφωνο…
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009
Το ’83 στας αρχάς μηνός του Απριλίου σατιρική εφημερίς, είδε το φως του ηλίου...
και εβαπτίσθη υπ’αυτού, εξαίφνης, «Ο Ρωμηός»…
Πολυγραφότατος, κωμαστής και ανεξάντλητος στιχοπλόκος, ο Γεώργιος Σουρής αποτελεί μιά περίπτωση εξαιρετικώς ιδιάζουσα στα ελληνικά γράμματα.
Η αποθέωσή του από μια μερίδα των κριτικών (στο σημείο να τον ανακηρύξουν τον μοναδικό και αδιαφιλονίκητο «εγγονό» του Αριστοφάνη), μέχρι την απόλυτη καταβαράθρωσή του από μερίδα άλλων (συγχρόνων του και μεταγενέστερων), τον καθιστούν στην χορεία των συγγραφέων που ανά τις εποχές και τα έθνη, αποτελούν «σημεία αντιλεγόμενα» της λογοτεχνίας. Η ομόφωνη πρόταση –μοναδική και ανεπανάληπτη- του ελληνικού Κοινοβουλίου του 1906, όμως, να τον θέσει υποψήφιο για βραβείο Νόμπελ καθιστά τον Σουρή φαινόμενο κατ’ εξαίρεση. (Μια άλλη ακριτομυθία που τρέφει το μύθο του Σουρή, είναι ότι γεννήθηκε στο Παυσίλυπον της Σύρας… Μοιραία ή όχι ο μακαρίτης ποιητής έμελλε να γίνει ο ίδιος «παυσίλυπον» με το έργο του…)
Εδώ όμως, θα ασχοληθούμε, ακροθιγώς, με την εφημερίδα που εξέδιδε ο Σουρής από τον Απρίλιο του 1883 ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (λίγο πριν το θάνατό του), με δύο μικρές διακοπές. Συνολικά εκδόθηκαν 1.444 φύλλα, μέσα στα οποία σχολίαζε έμμετρα τα της καθημερινότητας -ελληνικής και ξένης-, άλλοτε επιγραμματικά κι άλλοτε εκτενέστερα. Τακτικοί σχολιαστές αυτής της επικαιρότητας ήταν τα ξακουστά του δημιουργήματα, «Φασουλής και Περικλέτος, ο καθένας νέτος σκέτος» ή «Περικλέτος, Φασουλής, ο καθένας σεβνταλής»…
Η εφημερίδα ήταν εβδομαδιαία και αποτέλεσε μοναδικό παράδειγμα εγχώριας εφημερίδας που ήταν όλη σε στίχους, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των διαφημίσεων…
(Τρέξατε ὅλοι στοῦ Γουδῆ τὰ πεταχτὰ βαπόρια!
Καμία πλῆξις μὲς σ’ αὐτά, καμία στενοχώρια.
Οἱ ναῦται τῶν, οἱ πλοίαρχοι, οἱ καμαρότοι κι ἄλλοι
καὶ ‘στὴ γαλήνη τρέχουνε κοντά σας καὶ στὴ ζάλη.
Κι ἂν εἶναι φουσκοθαλασσιά, ὁ κόσμος τὴν ξεχάνει,
κι ἀπὸ τὴν περιποίησι, οὒτ’ ἐμετὸς σὲ πιάνει-
μὰ πάντα τέτοιο πλοίαρχο θὰ εὕρεις εἷς τὴν πλώρη,
ποῦ δέ σου κάνει πιὰ καρδιὰ νὰ βγεῖς ἀπ’ τὸ βαπόρι.
Ἀμμ’ τί σου λὲν κι οἱ πράκτορες αὐτῆς τῆς Ἐταιρίας!
Καὶ στοὺς κυρίους ὁμιλοῦν, καθὼς καὶ στᾶς κυρίας.
Κι ἐνῶ δυὸ εἰσητήρια πηγαίνεις νὰ ζητήσεις,
ἀπὸ τὰ κομπλιμέντα τῶν καὶ τὶς περιποιήσεις
γίνεσαι πρῶτος φίλος τῶν, τρατάρουν καὶ τρατάρεις,
καὶ δέκα εἰσιτήρια σου ἔρχεται νὰ πάρης.)
«Ο Ρωμηός» αποτέλεσε εκδοτικό γεγονός και ήταν από τα πιο ευπώλητα φύλλα του τύπου της εποχής.
Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, και κάποιοι αναγνώστες του θέλησαν να στείλουν τα γράμματά τους εμμέτρως , προκαλώντας, όμως, έτσι, σε μερικές εξ αυτών των περιπτώσεων την σκωπτική και, μάλλον, άκομψη αντίδραση του εκδότη…
(Μία συμβουλή μου γιὰ μερικούς,
ποῦ στέλλουν στίχους ἐμετικούς:
Τοὺς στίχους παραιτήσετε,
τὶς ὥραις σας μὴ χάνετε,
κι ἄλλη δουλειὰ φροντίστε
καλλίτερη νὰ κάνετε.)
Κι ίδιοι οι στίχοι, όμως, του Ρωμηού, δεν χαρακτηρίζονταν πάντα από ευφυΐα και πρωτοτυπία- ιδιαίτερως, στα τελευταία χρόνια της ζωής της εφημερίδας…
Το μικρό αυτό αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί με το ποίημα του Σουρή «Εμπρός» -από το πρώτο πρώτο φύλλο του Ρωμηού- που αποτελεί και την αναγγελία της γεννησής του…
Ἐμπρὸς λοιπόν, ἂς βγάλωμε κι ἐμεῖς ἐφημερίδα,
ἀφοῦ καμιὰ δὲν ξέρουμε καλλίτερη δουλειά.
Ἀβάντι νὰ λυσσάξωμε κι ἐμεῖς γιὰ τὴν πατρίδα,
προτοῦ νὰ μᾶς λυσσάξουνε τοῦ δρόμου τὰ σκυλιά. […]
Τί διάβολο θὰ γράψουμε, γιὰ τοῦτο δὲν μᾶς νοιάζει.
Φθάνει νὰ πιῶ ἕνα καφφέ, νὰ πιῶ κι ἕνα τσιγάρο,
Κι ἰδέαις τὸ κεφάλι μου ἀμέσως κατεβάζει,
κι ἀμέσως τὸν κατήφορο εἰς τὸ χαρτὶ θὰ πάρω.
Τί θὰ γραφεῖ μὲς ‘στὸ Ρωμηὸ καθόλου δὲ μὲ μέλλει…
Κάθε Ρωμηὸς ποὺ ξαπλωθεῖ ὀλίγο στὴ λιακάδα,
ἀπὸ ἰδέαις ὑψηλὲς εὑρίσκει ὅσες θέλει…
Γιὰ γνώσεις ἄλλο τίποτε ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
Θὰ εἶμαι δημοκρατικὸς κατὰ τᾶς περιστάσεις,
μὰ θαμαι καὶ βασιλικός. Θὰ εἶμαι ὅ,τι θέλω.
Θὲ νὰ γυρεύω κάποτε κι ἐγὼ ἐπαναστάσεις,
ἀλλ’ ὅμως καὶ στοὺς βασιλεῖς θὰ βγάζω τὸ καπέλο.
Ἀφοῦ ποτὲ λογαριασμὸ ‘στὸ κράτος δὲν θὰ δίνω,
Γιατί κι ἐγὼ τὸ κέφι μου σὰν ἄλλους νὰ μὴν κάνω;
Ρωμηὸς δὲν εἶμαι;…, ἔ! λοιπὸν θὰ γίνω ὅ,τι γίνω
καὶ βασιληὰ στὸ γοῦστο μου κανένα δὲν θὰ βάνω.
Πάντα μὲ στίχους θὰ μιλῶ μὲς ‘στῶν Ρωμηῶν τὴ σφαίρα,
κι οὔτε κανέναν Ἕλληνα ποτὲ θὰ χαιρετῶ,
ἐὰν μὲ στίχους δὲν μοῦ ‘πῆ κι αὐτὴν τὴν καλημέρα…
Εἰς ὄλαις τὶς ἰδέαις μου τὸ μέτρο θὰ κρατῶ.
Κι ἴσως οἱ στίχοι πιὸ ἀργὰ τῆς μόδας καταντήσουν,
καὶ ἴσως οἱ Πανέλληνες φυτρώσουν στιχουργοί,
καὶ τίποτε παράξενο μὲ στίχους νὰ ‘μιλήσουν
κι ὁ βασιληᾶς κι οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ Πρωθυπουργοί.
Θὰ ἦναι ἀριστούργημα… ψυχή μου στὰ Πατήσια!
Λοιπόν, ‘στοὺς στίχους πέσετε, γυναῖκες, ἄνδρες, ὅλοι.
Κι ἔτσι μὲ στίχων τάγματα πιστεύω ὁλοΐσια,
νὰ πᾶμε καββαλάρηδες ‘στὴν ξακουσμένη Πόλι.
Ένα ποστ δια χειρός Μποστ

Ο,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή.
O πρώτος ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευρέτης. Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον» το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων». O Mποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Oύτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Nομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας. Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;» Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα. Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή, και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του του χρόνου. Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν. O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών. Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος. Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. Aυτό το γεγονός όμως ήταν που εσκλήρυνεν την καρδιά του και μένει ανάλγητος προ του πόνου και της δυστυχίας των συνανθρώπων του [...] Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν, δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν. Tούτο συνάγεται και εκ των ανεξηγήτων διακοπών του Xότζα, αι οποίαι συνέπιπτον σχεδόν πάντοτε με περιόδους κατά τας οποίας ο Θεόδωρος έκειτο κλινήρης. Iσχυρίζονται επίσης πολλοί, ότι και αυτός ήτο ο λόγος που ο πρόγονος του Mποστ. τα ετίναξεν νέος. Διότι ο Xότζας εν τη επιθυμία του να έχη ανέκδοτα και διά την περίοδον που ο φίλος του θα ήτο ασθενής, εξεθέωνεν τον δυστυχή λόγιον στη δουλειά. Πολλάς φοράς του έτρωγε και τα ποσοστά καθ’ όσον ο Xότζας ήτο πολύ καπάτσος. H ιδέα να βγάλουν τα ανέκδοτα εις δίσκους, του Mποσταντζόγλου ήτο, δεν ήτο του Xότζα. H μόνη συμβολή του Xότζα εις την υπόθεσιν αυτήν ήταν το εξώφυλλον. Kι αυτό εστάθη η αφορμή της οριστικής των ρήξεως. Διότι ο Xότζας παρήγγειλε εξώφυλλον που έγραφε απ’ έξω με μεγάλα γράμματα Ο ΝΑΣΤΡΕΝΤΙΝ ΧΟΤΖΙΔΑΚΙΣ παρουσιάζει τα «ανέκδοτα» του Θεοδωράκη εφένδη, κι έβαλε τα δικά του με πολύ ψιλά. Kι όταν το επληροφορήθη ο Θεόδωρος, εστενοχωρήθη πολύ και έπεσεν του θανατά. Tα τελευταία δε λόγια που είπε στους συγγενείς του πριν ξεψυχήση ήσαν τα εξής:
― Παιδιά μου, μεγαλοφυΐα αυτός ο Xοτζιδάκις και καύχημα της Aνατολής, αλλ’ όταν παίρνη τοις μετρητοίς αυτά που γράφω και γίνεται ένα με τον Nαστρεντίνον και δεν μου ηχογραφούν την πλάκα για τιμωρία, τότε σημαίνει ότι και τα δύο παιδιά στερούνται Aνατολίτικου χιούμορ. Kι αφού είπε αυτά, μετά πέθανε και τον θάψανε.
Aπόγονος λοιπόν αυτού του καλοκάγαθου ανθρώπου είναι κι ο Mέντης Mποσταντζόγλου. Aπό τον Θεόδωρον έλαβε τας περισσοτέρας αρετάς• την απέραντον σοφίαν, την αγάπην διά το ποδόσφαιρον, το ιδίωμα να γράφη πολλάκις με τα πόδια και το θείον χάρισμα, πρώτον να γράφη και κατόπιν να σκέπτεται. Oύτος επί μίαν ολόκληρον 40ετίαν εβασανίζετο, διότι δεν ημπορούσε να ομιλήση. Tου εδόθη κάποτε η ευκαιρία και ηθέλησε να τα πη μαζεμένα. Xείμαρρος ασυγκράτητος ήσαν αι λέξεις που ανέβλυσαν από την ψυχήν του. Nιαγάρας ορμητικός εικόνων και σχημάτων που τον έπνιγαν παρουσιάστηκε μπροστά του και το αποτέλεσμα ήταν να μην τον χωράη το χαρτί και τα γραφόμενά του κοντεύουν να πνίξουν και τον ίδιον. Kακός όμως δεν είναι. Γκαφατζής είναι. Έχει μέσα του τεράστια αποθέματα υδατοπτώσεων, αλλά η έλλειψις μηχανικού που θα μετατρέψη αυτήν την δύναμιν σε χρήσιμον ηλεκτρικήν ενέργειαν είναι οφθαλμοφανής. Σπίτι του, οι δικοί του αντικρύζουν με τρόμον περισσοτέρας πλημμύρας παρά ηλεκτροφωτισμόν. Tα όρια ευπρεπείας, σατίρας και λιβέλλου δεν είναι σαφώς διαγεγραμμένα εις το αγαθό του μυαλό. Ήκουσε κάποτε ότι η ζωή είναι ζούγκλα, του ενετυπώθη, κι έκατσε εις τον μονόδρομον ωπλισμένος με το ρόπαλόν του. Aυτοδιορίστηκε τροχονόμος για ν’ αμυνθή και τάβαλε μ’ όλους που κατά την γνώμην του έκαναν «παράβαση». Έναν μόνον δεν μπορεί να φέρη σε λογαριασμό. Tον εαυτό του. Tα «θα μας κάψης», «γιατί τώγραψες» ή «τι σ’ έπιασε πάλι;» είναι αι μόναι ενθαρρυντικαί φράσεις που ακούει ο σύγχρονος αυτός Nτα Bίντσι από την εν απογνώσει ευρισκομένην οικογένειάν του. Kαι τότε ο φιλότιμος αυτός καλλιτέχνης, μεταμελείται. Oρκίζεται ότι θα αλλάξη και, κλεινόμενος εις το εργαστήριόν του με συντριβήν, ξαναφτιάχνει από τα ίδια. Aυτός είναι ο Mέντης Mποσταντζόγλου.
Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό ΠΕΤΡΙΔΗ. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος".
*Εκτενές απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου "Το λέφκομά μου", με σκίτσα και κείμενα του Μποστ.
*Περισσότερες "Σελίδες Μποστ" στο http://www.sarantakos.com/asteia/mpost.html
Κι ένα παραλειπόμενο, υπό μορφήν Μπόστιας γελοιογραφίας (…για να δικαιολογηθεί και η καταγραφή του ποστ στην κατηγορία ΠΑΡΩΔΙΑΙ) :

Την επομένην (…ήτοι 22αν Μαρτίου του σωτηρίου έτους 1961) της μεγάλης συναυλίας στο Θέατρο «Κεντρικόν» της πλατείας Κολοκοτρώνη, στην οποία συνέπραξαν για πρώτη φορά στη σκηνή, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με πηχυαίους τίτλους και εκτενή ρεπορτάζ, όχι τόσο για το μεγάλο μουσικό γεγονός, όσο για το συμβάν της αδιαθεσίας που αισθάνθηκε επί σκηνής ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, τη στιγμή που ήδη η ορχήστρα είχε αρχίσει να παίζει τον «Επιτάφιο» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Το ατυχές συμβάν είχε σαν αποτέλεσμα την ολιγόλεπτη διακοπή της συναυλίας και τη μεταφορά του Μπιθικώτση στα παρασκήνια, όπου ο Αλέκος Αλεξανδράκης – ευρισκόμενος εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους του, προφανώς, για συμπαράσταση προς τη Μάρω Κοντού, που παρουσίαζε το πρόγραμμα – τον βοήθησε να συνέλθει, δίνοντάς του να καταπιεί ένα χαπάκι «δια το σκηνικόν άγχος, την συνήθην νόσον των ηθοποιών». Αργότερα βέβαια, ο ίδιος ο Αλεξανδράκης διαβεβαίωνε τους πάντες πως επρόκειτο για μια απλή ασπιρίνη –κατ’ άλλους ψίχα ψωμιού- δήλωση που, ως φαίνεται, ώθησε και τον Μποστ να σατιρίσει την όλη κατάσταση, σκαρώνοντας αυτήν την εξόχως εύστοχη παρωδία των μελοποιημένων στίχων του Ρίτσου…
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Την ορχήστρα του Ελληνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) διηύθυνε ο Μίκης Θεοδωράκης, με σολίστ στο μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη και τραγουδιστές τον Γρηγόρη Μπιθικώτση , τον Στέλιο Καζαντζίδη, τη Μαρινέλλα , τη Μαίρη Λίντα και – σε πρώτη εμφάνιση - τον Τέρη Χρυσό. Ο Μάνος Χατζηδάκις συμμετείχε φιλικά σε δύο κομμάτια παίζοντας πιάνο.