Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (α΄ μέρος)





FATA MORGANA (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό  
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου  
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,  
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.  
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.  
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι  
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,  
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι...

Άγια η σκουριά των καραβιών και Θεία μετάληψη κάθε σταγόνα της ατέλειωτης θάλασσας... μιας θάλασσας, που το γνώριμο βαθύ γαλάζιο χρώμα της, απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους περισσότερους ποιητές της γενιάς του '30. Άφθονα τα θαλασσινά μοτίβα, απ' το "Ημερολόγιο καταστρώματος" του Σεφέρη και τον "Μικρό Ναυτίλο" του Ελύτη, μέχρι το "Εμβατήριο του ωκεανού" του Ρίτσου και τον "Μέγα Ανατολικό" του Εμπειρίκου. Μ' αυτό το γνώριμο βαθύ γαλάζιο της ρέμβης, η ποίηση του Καββαδία δεν έχει μεγάλη σχέση... είναι θαρρείς, γραμμένη με το μελάνι της σουπιάς του Ινδικού κι αποκαλύπτεται σε άγκυρες, κεντημένες στο στήθος με το βελόνι. Στον Καββαδία η θάλασσα, αν και συνεχώς παρούσα, δεν είναι ούτε μια φορά το σκηνικό όπου, μέσα, ας πούμε, απ' τη μανία των στοιχείων της φύσης, προβάλλεται η εικόνα του δυνατού, που αντιπαλεύει και νικά, ακόμα κι όταν ηττάται. Δεν τον συγκινεί η δύναμη, τον απωθεί η μυρωδιά εξουσίας που αναδίδει. Είναι υπερασπιστικός της αδυναμίας και συμπονετικός των ανίσχυρων. Πιστεύει μόνο στη δύναμη της εξομολόγησης... εξομολογείται, δεν απολογείται και θα πρέπει να ξεχώριζε τους ανθρώπους από το αν ήταν ικανοί ν' αντιληφθούν αυτή τη διάκριση...

Α BORD DE L' "ASPASIA" (από τη συλλογή "Μαραμπού")
'Υστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες  
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.  
Κ' εγώ, που την υγρή έκταση αγάπησα,  
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω... 

               (Με συναδέλφους ναυτικούς, στο ντεκ του καραβιού)

Τρία είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίηση του Καββαδία και τη σημαδεύουν: ο άνθρωπος της θάλασσας και η αγάπη του γι’ αυτόν, η γυναίκα με όλες τις μορφές της, που μεταβάλλονται μέσα στον ανάλογο χώρο, και ο θάνατος. Σκέτα ο θάνατος, γυμνός, μόνος, μια ξέρα για να τσακίζονται πάνω του τα όνειρα, η αγάπη για τη ζωή και όλες οι αφορμές για χαρά και αγάπη. Αυτή η αγάπη για τη ζωή και τη γυναίκα, είναι πάνω και πέρα από κάθε δύναμη, είναι μια κυρίαρχη μορφή, γοργόνα και σύμβολο, γυναίκα και χάδι, φίλος και εχθρός ώς το θάνατο. Η τρυφερότητα, που μ’ αυτή αντιμετωπίζει κάθε τι ζωντανό και η παράξενη ηθική και ανθρωπιά, που μ’ αυτήν βλέπει και τραγουδάει την κόλαση και τη βρωμιά της, τον κάνουν να ξεχωρίζει εντελώς από οποιαδήποτε άλλη ποιητική μορφή και τον σημαδεύουν σαν στοιχειό θαλασσινό που αρμενίζει στις θάλασσες, μιλώντας για τα πιο φριχτά πράγματα με μιαν αγιότητα ανθρωπιάς, που σου φέρνει δάκρυα. Είναι η γυναίκα πάντα που φέρνει και ξαναφέρνει στην ποίησή του την αγάπη του για τη θάλασσα, τόσο ταυτόσημη με της γυναίκας την αγάπη, που θα την έλεγες αλμυρή και άγρια φουρτούνα και μοιρολόι θαλασσινό για τους χαμένους στα νερά της. Η γυναίκα είναι στοιχειό κι είναι γοργόνα, είναι κολασμένη κι είναι άγια, είναι γλυκειά κι είναι άσπλαχνη, χίλιες μορφές αλλάζει, μα πάντα είναι η γυναίκα, αντιμέτωπη με τον έρωτα και το θάνατο, και παράξενα δεμένη μ’ αυτά τα δυο στοιχεία που κυριεύουν και κατευθύνουν τον πάντα ρευστό άνθρωπο της θάλασσας, τον ταξιδιώτη μιας αιωνιότητας, που του τη δίνει το υγρό στοιχείο απλόχερα...

ΓΥΝΑΙΚΑ (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.  
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.  
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.  
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.  
Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.  
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.  
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,  
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει...

Για τον Καββαδία η γυναίκα συνδέεται με τη στεριά, δεν ανήκει, ούτε μπορεί να ενσωματωθεί στον κόσμο της θάλασσας. Εδώ ο ποιητής παρουσιάζει όχι πια μια συγκεκριμένη γυναίκα αλλά την αιώνια Γυναίκα. Την τοποθετεί (και τοποθετείται μερικές φορές ο ίδιος μαζί της) σε καίριες στιγμές της ιστορίας της ανθρωπότητας: σε σπηλιά της Αλταμίρας, στις Πυραμίδες, στο Σινικό Τείχος, στην Ουρ, στον Γρανικό και στο εργαστήρι του Giorgione. Η Γυναίκα αυτή περιγράφεται (ίσως με αύξουσα επιμονή) ως πόρνη: παίζει τη γλώσσα της, είναι γυμνή, έντονα βαμμένη, κάτω απ' το κόκκινο φανάρι, διψά για χρυσάφι κτλ. Η Μοίρα, αντιθέτως, αντιπροσωπεύεται από τη Γυναίκα, από καταβολής κόσμου. Αυτό υπονοεί και η παρουσία της Γυναίκας σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα. Οι σπηλιές της Αλταμίρας είναι όντως παμπάλαιες (15000-13000 π.Χ.), αλλά η ίδια η λέξη που ήδη ομοιοκαταληκτεί με το Μοίρα, μπορεί να εννοηθεί ιταλο-ελληνικά και ως alta Μοίρα, δηλαδή όχι (ή όχι μόνο) αρχαία Μοίρα, αλλά υψηλή, ακραία Μοίρα. Η Μοίρα αυτή δεν είναι παντοδύναμη, με την έννοια ότι δεν ορίζει τη θεμελιώδη επιλογή του ανθρώπου (αυτό, μόνο η θάλασσα είναι ικανή να το κάνει), αλλά καθορίζει τον τρόπο ζωής του, τα παθήματα της ζωής του. Είναι μια καταστρεπτική δύναμη που οδηγεί στο θάνατο. Η πορεία αυτή συμβολίζεται στο ποίημα από την εξέλιξη της εικόνας της πέτρας. Στην αρχή, υπάρχει μια μάχη σ’ ένα βράχο: η παρουσία της πέτρας παραμένει αόριστη. Το οριστικό νόημα της πέτρας φαίνεται καθαρά στον τελευταίο στίχο: "ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα"...Ταφόπετρα. Δεν στερείται σημασίας το ότι ο θάνατος που τον προκαλεί η Γυναίκα είναι –όπως είναι η ίδια– στεριανός, πέτρινος. Προφητική δήλωση. Το ποίημα διακηρύσσει ταυτόχρονα την αμετάκλητη επιλογή της θάλασσας και την παραδοχή της στεριανής ηδονής, της πορνείας της Γυναίκας, του εξευτελισμού, και τελικά του στεριανού θανάτου του ναυτικού. Αυτή τη Μοίρα την αποδέχεται πλήρως ο ποιητής, που επιμένει να εξαντλήσει τις ηδονές της στεριάς πριν σαλπάρει –δηλαδή πριν παραδοθεί στη θάλασσα...

 ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ (από τη συλλογή "Πούσι")
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν  
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.  
Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν  
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.  
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν  
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές  
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα  
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές...

Η γοητεία του εξωτισμού, που συνήθως επικαλούνται όσοι προσεγγίζουν το έργο του Καββαδία, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τη θετική ανταπόκριση του σημερινού αναγνώστη. Αν κάποτε ήταν κατανοητή η ένταξή του μέσα σε μια μόδα εξωτισμού, σήμερα η επίκλησή της δεν είναι πειστική. Ο ποιητικός λόγος του ασκείται σταθερά πάνω στην κόψη βίωμα/φαντασία. Πρόκειται για μια ποίηση που έλκει μεν την καταγωγή της από τη φιλολογία του ταξιδιού, αλλά κατ' ουσίαν πραγματεύεται το ταξίδι της ίδιας της ποίησης, με τη μέθοδο του μετεωρισμού ανάμεσα σε καταστάσεις άκρως αντιθετικές: από τις απλές εξιστορήσεις ταξιδιών, περιγραφές συμπεριφορών των ναυτικών και των συναντήσεων που πραγματοποιούν στα λιμάνια, πληροφορίες που μοιάζει να έχουν βιωματική βάση, περνάμε, σχεδόν αβίαστα, στο μεταφορικό ταξίδι, ένα διαρκές ταξίδι, που οι σταθμοί στα λιμάνια έχουν μια πρόσκαιρη διάρκεια, σαν μικρές ανάσες μέσα στο συνεχές ταξίδι της ζωής. Μιας ζωής που, συχνά μεταβάλλεται σε ναυάγιο και πάντως συνεχίζεται, με τρόπο που δεν διαχωρίζεται από το θάνατο, ο οποίος δεν ορίζει ένα τέλος, αλλά είναι κι αυτός ένα ακόμη ταξίδι στο άγνωστο, μέρος κι αυτός της συνολικής μεταφοράς. Μέσα από κάθε ποίημα τα γνωστά στοιχεία ανοίγουν το δρόμο προς το άγνωστο κι εκεί ακριβώς επιτυγχάνει ο Καββαδίας να μας οδηγήσει σε περιοχή επέκεινα του γνωστού και οικείου, σε περιοχή δυσδιάκριτου νοήματος, σε περιοχή σκοτεινότητας. Η σύνθεση οικείου και ανοίκειου γλωσσικού υλικού είναι που φτιάχνει το γοητευτικό χαρμάνι της ποίησής του...

MAL DU DEPART (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ  
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,  
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ  
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες...

Όταν έγραφε αυτό το ποίημα ο Καββαδίας (...το πρώτο που μελοποιήθηκε, από το Γιάννη Σπανό το 1975) θα 'ταν δε θα 'ταν είκοσι δυο ετών, άρα στην πραγματικότητα, δε θα μπορούσαν να τον αφορούν αυτοί οι στίχοι, παρά μόνο ίσως, ως μοναχικές σκέψεις ή φοβίες. Αυτό το επιβεβαιώνουν, άλλωστε κι οι φίλοι του. Ο ποιητής Στρατής Τσίρκας έλεγε συχνά πως, ο Καββαδίας ζούσε με την αγωνία μήπως και φύγει το καράβι του και μείνει ξέμπαρκος. Έτυχαν στιγμές μεγάλης έξαρσης κι ευτυχίας, που πάντα τις φαρμάκωνε μ’ ένα «Τι ώρα είναι;» Ωστόσο, αυτός ο φόβος του δεν επαληθεύτηκε... επαληθεύτηκε, όμως, ο άλλος... πως δε θα πέθαινε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως είχε ποθήσει, αλλά στη στεριά. Όμως, ο έφηβος ποιητής που 'γραψε αυτούς τους στίχους, που 'γιναν το πασίγνωστο λαιτ-μότιβ πολλών ηλικιών, σαρώνοντας τα ψυχρά θεωρήματα της γενιά του '30, κάποτε πραγματοποίησε τη φυγή του. Και τότε ανακάλυψε πως δεν υπάρχει φυγή παρά μόνο στην ποίηση...
                      (Στο σπίτι του Στρατή Τσίρκα, στην Αλεξάνδρεια)  

ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΑΔΔΙΝΟΥ (από τη συλλογή "Πούσι")
Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.  
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!  
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,  
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη...                     


(Mε τον πατέρα του και με τον Παύλο Νιρβάνα)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ:
1910
Γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου στο παραποτάμιο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας, δευτερότοκος γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας, το γένος Αγγελάτου, που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Τζένια και δυο μικρότερους αδερφούς, το Δημήτρη-Μίκια και τον Αργύρη. Ο πατέρας του διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών, με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
1914
Εξαιτίας της επανάστασης στο Σετσουάν και της αναμενόμενης παραίτησης του Που Γι, τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας, η οικογένεια Καββαδία εγκαταλείπει την χώρα. Ταξιδεύουν με τον Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες, διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας, ώσπου φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θα βρουν κάποιους συγγενείς που είχαν ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίοι και θα τους βοηθήσουν να περάσουν σε Ελληνικά έδαφος. Περνώντας από την Αθήνα θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο «Διάνα» και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά θα παρακολουθήσουν για πρώτη φορά θέατρο, τα "Παναθήναια" με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Κατόπιν, η οικογένεια θα εγκατασταθεί στην Κεφαλλονιά, κοντά στους παππούδες, στην Ασσό και στο Φισκάρδο και τα παιδιά θα γραφτούν στο νηπιαγωγείο της σχολής της Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι» στο Αργοστόλι. Η αδερφή του, Τζένια, θυμάται... "Στο Αργοστόλι οι γονείς μας νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι, στο δρόμο της Λάσσης... Ήταν ήσυχα, μέχρι που άρχισε να μας τραντάζει ο απόηχος του πολέμου... Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι ! Κάθε απόγευμα βγαίναμε με τη νταντά, για περίπατο στην πλατεία. Ο Κόλιας ξέφευγε, κατά τη συνήθειά του, για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους, που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόι τους, καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα..."
Λίγο αργότερα ο πατέρας επιστρέφει στη Ρωσία, τα ίχνη του, όμως, χάνονται λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης. Διώχθηκε, φυλακίστηκε κι έχασε όλη του την περιουσία, αλλά τελικά διέφυγε ακολουθώντας τα υπολείμματα του αντιμπολσεβίκου στρατηγού Βράνκελ κι επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1920, ένα ανθρώπινο ράκος, με κλονισμένα νεύρα. 
1921  
Ο μικρός Κόλιας τελειώνει το δημοτικό στη σχολή Saint Paul και το Γυμνάσιο στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη. Στο γυμνάσιο συμμαθητής του ήταν και ο γιος του Παύλου Νιρβάνα, Κώστας Αποστολίδης, ο οποίος θα τον φέρει σε επαφή με τον πατέρα του, που θα του συμπεριφερθεί σαν ισότιμος φίλος και θα τον ενθαρρύνει στα πρώτα του βήματα. Κατ’ αναλογία προς το ψευδώνυμο του Παύλου Νιρβάνα, θα υιοθετήσει για ένα διάστημα κι ο ίδιος το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει στον Πειραιά, αρχικά στην οδό Φραγκιαδών, στη Φρεαττύδα κι έπειτα στην οδό Βούλγαρη 118, στο Πασαλιμάνι. Τότε πήρε και το βάπτισμα της θάλασσας ο ενδεκάχρονος Νίκος, ταξιδεύοντας σε Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, με το "Πολικός" των Αγγελάτων, μαζί με τον πατέρα του που ήταν τροφοδότης του πλοίου...

KURO SIWO (από τη συλλογή "Πούσι")  
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,  
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.  
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια  
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο...  

«Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους... Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ʼδινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ʼπα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ʼπε. Από να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα... καταλαβαίνεις...» (Βάρδια). 

ΑΡΜΙΔΑ (από τη συλλογή "Πούσι")
Το πειρατικό του Captain Jimmy,  
που μ' αυτό θα φύγετε και σεις,  
είναι φορτωμένο με χασίς  
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη... 

 


1922  
Έτος που σημαδεύεται ανεξίτηλα από τη Μικρασιατική καταστροφή. Τότε ήταν που οι Καββαδία νοίκιασαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους σε μια οικογένεια προσφύγων από το Τσεσμέ. Η επαφή του Καββαδία μαζί τους, αλλά και με πρόσφυγες απ' τη Ρωσία, επέδρασε στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής και της ιδεολογίας του. Πρόσφυγας στην ουσία κι ο ίδιος, συμμεριζόταν το δράμα τους. Την ίδια χρονιά εκδίδει το μαθητικό τετρασέλιδο φυλλάδιο "Σχολικός Σάτυρος", όλα κι όλα τρία τεύχη, με έμμετρα κείμενα γραμμένα από τον ίδιο και δημοσιεύει στην Πειραϊκή εφημερίδα "Σημαία" το πρώτο του ποίημα "Ο θάνατος της παιδούλας", αισθαντική απήχηση της συμπόνιας του για τους βασανισμένους της ζωής. Παράλληλα συνεργάζεται με τη "Διάπλαση των παίδων" του Ξενόπουλου, αγαπημένο ανάγνωσμα των παιδικών και νεανικών του χρόνων, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».  
1927  
Δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της "Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας" με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας, ψευδώνυμο που θα κρατήσει ώς το 1930.  
1928  
Τελειώνει το γυμνάσιο και δίνει εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή. Την ίδια χρονιά, όμως, ο πατέρας του αρρωσταίνει βαριά, γεγονός που τον υποχρεώνει ν’ αναλάβει τις οικονομικές ευθύνες της οικογένειας. Θα εργαστεί στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου που πρακτόρευε και τα βαπόρια των θείων του Γιαννουλάτων, αδελφών της μητέρας του, συνεχίζοντας, παράλληλα με τις «αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία» τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά. Γνωρίζεται με τους πνευματικούς ανθρώπους του Πειραιά και δημοσιεύει συνεργασίες στο περιοδικό της "Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας", στον "Διανοούμενο", στον "Ρυθμό" και στην εφημερίδα "Πειραϊκό Βήμα".  
1929  
Τον Οκτώβριο πεθαίνει ο πατέρας του από καρκίνο. Μπαρκάρει ναύτης στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος». Τις εντυπώσεις του από 'κεινα τα ταξίδια - Αλεξάνδρεια, Μαρσίλια, Πορτ-Σάϊντ - δημοσίευσε στο "Πειραϊκό Βήμα"...  
1930  
Απ’ τη χρονιά αυτή ξεκινάει μια περίοδος διαρκών ταξιδιών ώς το 1936. Ο κόσμος της θάλασσας γίνεται η κύρια πηγή έμπνευσής του. Ταξιδεύει με το ατμόπλοιο «Πολικός» και στη συνέχεια με τα φορτηγά «Νίκη» (1931), «Ιόνιον» (1934), «Αντζουλέτα» (1934) και «Χαράλαμπος» (1936).  
1932  
Δημοσιεύεται το πρώτο πεζογράφημά του, «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» στο "Πειραϊκόν Βήμα", κείμενο τεχνικά άρτιο, στο οποίο εντοπίζονται πολλά βασικά θέματα της κατοπινής μυθολογίας του Καββαδία.  
1933  
Η οικογένεια Καββαδία εγκαθίσταται στην Αθήνα, σε μια διώροφη κατοικία στην οδό Κιμώλου 18, στην Κυψέλη...
"Το σπίτι, χαρακτηριστική τυπική αστική κατοικία της εποχής. Η είσοδος στο δρόμο. Και έμπαινες σε έναν στεγασμένο αύλειο διάδρομο που σε κάποιο βάθος του άρχιζε η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο πρώτο πάτωμα όπου βρισκόταν η κατοικία. Στην κορφή της η σκάλα είχε ένα καγκελόφραχτο πλατύσκαλο. Ο Καββαδίας, μόλις το συρματόσκοινο που τραβιόταν από ψηλά άνοιγε την εξώπορτα και μπαίναμε, παρουσιαζόταν στο κάγκελο του πλατύσκαλου που έμοιαζε με κουπαστή γέφυρας καραβιού, φορώντας άλλοτε ναυτικό πηλήκιο και άλλοτε ναυτικό σκούφο και χρυσές επωμίδες. Και έπειτα από ένα παρατεταμένο σφύριγμα με τη ναυτική του σφυρίχτρα και άλλο ένα σφύριγμα βαποριού με το στόμα, μας υποδεχόταν εγκάρδια, απαγγέλλοντας κάποιους στίχους του... Εκείνη την εποχή ο Κόλιας ήταν συνεπαρμένος με τη μορφή και την ποίηση του Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Εμμανουήλ, πρόωρα σχετικά χαμένος, μα και πρόωρα ξεχασμένος και άδικα αγνοημένος από ορισμένους κριτικούς λογοτεχνίας. Ο Καββαδίας τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε απεριόριστα. Προσωπικά δεν τον γνώριζε. Και ούτε ήθελε για καιρό να τον γνωρίσει, γιατί όπως έλεγε, δεν ήθελε να χαθεί «η γοητεία της αποστάσεως». Τελικά, έπειτα από πολλές παροτρύνσεις και μεσολαβήσεις, αποφασίστηκε η συνάντηση και η γνωριμία. Τον προσκάλεσε, μαζί με άλλους φίλους, στο σπίτι της οικογένειας. Ο Κόλιας νευρικός και ανήσυχος, ετοίμαζε τις σφυρίχτρες του, τις επωμίδες του, τα πηλίκιά του για την υποδοχή. Και όταν χτύπησε η πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι ο Εμμανουήλ, ο Κόλιας σφύριξε με τη σφυρίχτρα του, σφύριξε και σαν βαπόρι, μα ώσπου ν’ ανέβει ο Καίσαρας τη σκάλα, το έσκασε από κάποια πίσω πόρτα κι εξαφανίστηκε. Κι έμεινε όλη η συντροφιά με τον Εμμανουήλ, αλλά χωρίς τον Καββαδία. Για την ιστορία, έπειτα κάποτε συναντήθηκαν, κάποτε γνωρίστηκαν... και τότε οι φόβοι του Κόλια βγήκαν σωστοί. Η γνωριμία άμβλυνε το θαυμασμό και η προσωπική επαφή φαίνεται πως πραγματικά οδήγησε στην κατάλυση «της γοητείας της αποστάσεως». Σ' ένα μικρό καφενείο του Πειραιά, πάνω στο μάρμαρο ενός τραπεζιού, έγραψε κάποτε ένα ποίημα, αναφορά και κατά κάποιον τρόπο απάντηση στη φράση "Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει..." από σημείωμα του ίδιου του Εμμανουήλ... Είδε κι έπαθε ο Κόλιας να πείσει το έξαλλο γκαρσόνι να μην το σβήσει, μέχρι που να φέρει χαρτί για να το αντιγράψει..."

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.  
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,  
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,  
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.  
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,  
που του γραφέιου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά  
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,  
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά...

1933
Χρονιά που ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος της Γερμανίας, ο Λόρκα δημοσιεύει το "Ματωμένο γάμο" κι η ποίηση θρηνεί το χαμό του Καβάφη. Είκοσι τριών ετών ο Καββαδίας, με έξοδά δικά του και με τη φίρμα του περιοδικού "Κύκλος", εκδίδει σε 245 αντίτυπα το πρώτο του βιβλίο, το "Μαραμπού", με 19 ποιήματα κι ένα εισαγωγικό σημείωμα του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Η θετική παρουσίασή του στην πρώτη σελίδα της "Πρωίας" από τον δύσκολο στους επαίνους Φώτο Πολίτη θα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση: «Ο νέος αυτός ποιητής έχει πραγματικήν ανθρωπιά μέσα του. Και ξέρει να μεταδίδει και σ’ εμάς τις συγκινήσεις του. Μπορεί να εξελιχτεί ποιητικά, μπορεί να δώσει κι άλλη τροπή στο πνεύμα του. Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η παρατήρησή του, η λαχτάρα του για γνώση και ζωή. Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού, που θ’ ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες», θα γράψει μεταξύ άλλων. Κι άλλοι κριτικοί θα επισημάνουν το νεαρό της ηλικίας του ποιητή, την ιδιότυπη θεματική του και τον αγνό ανθρωπισμό που κρύβει κάτω από μια φαινομενική κυνικότητα...

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (από την ομώνυμη συλλογή)
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί  
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,  
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.  
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει.  
Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,  
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.  
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,  
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

Ήταν ατημέλητος. Παλιοπαντέλονο δίχως τσάκιση, το αιώνιο σκούρο πουλόβερ με το γυριστό γιακά κι ο αχώριστος σκούφος στο κεφάλι. Μια μορφή αλλόκοτη, πικρή, μοναχική, στερημένη. Το μάτι στρογγυλό σαν του ψαριού˙ γυμνό, ανελέητο, άλλοτε γεμάτο ακοίμητη έννοια κι άλλοτε πάλι να μπιρμπιλίζει μέσα του όλη η κεφαλλονίτικη και η κινέζικη πονηριά του. Ένας συμπαθητικά άσχημος άντρας. Ο ίδιος νιώθει σαρκαστική ευχαρίστηση όταν σκιτσάρει με τρεις φράσεις τον μαρκονιστή του «Πυθέα» στη Βάρδια, δηλαδή τον εαυτό του: "Κοντός, κάτου από το κανονικό, με αραιωμένα μαλλιά. Φορούσε χακί βρακί, που κρατιόταν στη μέση του μονάχα από το πρώτο κουμπί. Τ’ άλλα λείπανε. Το ʼνα του αυτί έγερνε κι ήταν μεγαλύτερο από το άλλο..." Απορροφημένη καθώς ήμουν απ’ αυτές τις σκέψεις, δεν κατάλαβα ότι είχε σταματήσει και με κοίταζε. Στα λεπτά του χείλη έπαιζε εκείνο το μοναδικό, το ακαταμάχητο αλεπουδίσιο χαμόγελό του: - Κοίταξέ με καλά... είμαι σα σκαραβαίος. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί... δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας το σκοτάδι των πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες είμαστε όλοι... Ιξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο νομίζοντας ότι κρατούμε τ’ όνειρά μας... Μάταια... μάταια... όλα ήταν μάταια...

CAMBAY'S WATER (από τη συλλογή "Πούσι")
Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.  
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.  
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι  
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι... 


 

1938  
Ο "Μαραμπού" -παρωνύμιο που από 'δω και πέρα θα διατηρήσει ο Καββαδίας σε όλη τη ζωή του- αν και απαλλαγμένος από στρατιωτικές υποχρεώσεις, ως προστάτης πολύτεκνης οικογένειας, καλείται για εκπαίδευση δύο μηνών στην Ξάνθη.  
1939  
Καταλαβαίνοντας ότι λόγω των συνεχών περιπλανήσεών του δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αρχικό του όνειρο να γίνει πλοίαρχος, επιλέγει τη συντομότερη λύση: παίρνει δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄τάξεως, ειδικότητα με την οποία θα ναυτολογείται σε όλα του τα ταξίδια μετά το 1945. Η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Αγίου Μελετίου 10, όπου θα συγκατοικήσουν όλοι για 23 χρόνια...


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (β' μέρος)


ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,  
που ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου  
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,  
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου

"Οι ιστορίες των ναυτικών έχουν μια φυσική απλότητα", όπως παρατηρεί ένας άλλος λογοτέχνης, επίσης παθιασμένος με τη θάλασσα, ο Τζόζεφ Κόνραντ. Στον Καββαδία η φυσικότητα δεν εξισώνεται με την ανυπαρξία τέχνης (το αντίθετο: η φύση μπορεί ν' αναγνωριστεί εκ νέου και να ξανακερδηθεί μέσα στην τέχνη) ούτε η αυθεντικότητα εξαντλείται στην επίφασή της, στο εξωτερικό σχήμα της, που θα μπορούσαν να το προσφέρουν κάποιες ωμές λέξεις της θαλασσινής αργκό ή ορισμένα μοτίβα του ταξιδιού και του πόντου. Ποιήματα όπως το "Ένα μαχαίρι", θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως μικρά θεατρικά μονόπρακτα, με διαλόγους ρέοντες. Το ταξίδι, στο έργο του είναι το αυτονόητο σκηνικό. Η δράση είναι μια ασύνδετη, χαλαρή διαδοχή λεκτικών εικόνων με ελαστικό ιστό, που διαμορφώνεται από τον εκάστοτε "ναυτικό αφηγητή" πρωταγωνιστή. Αν πλησιάσουμε αρκετά, βλέπουμε πως έχουμε λεπτολόγο υλικό, εξαντλητικά επεξεργασμένο, με πολλές σκοτεινές περιοχές "κρυμμένου νοήματος", με λέξεις αμφίσημες και αλληγορικές, με φωτοσκιάσεις εντάσεων και σιωπών, που ισορροπούν σ' ένα ήρεμο, χαμηλόφωνο τόνο. Το πλοίο γίνεται το ονειρώδες αφροδίσιο σώμα, το νερό η πλήρης ερωτική φαντασίωση. Πέρα από τη δράση και το αναμενόμενο σκηνικό, οι χαρακτήρες που φιλοτεχνεί λεπτομερώς, σχεδόν σε κάθε ποίημα, δίνουν την εντύπωση πορτρέτου. Η φόρμα του πορτρέτου δείχνει να ταιριάζει απόλυτα στη συγγραφική ιδιοσυγκρασία του Καββαδία, γιατί του παρέχει τη δυνατότητα με δυο λόγια να παρουσιάσει μια εικόνα της προσωπικότητας ή της δράσης κάποιου προσώπου. Απ' αυτόν το ιδιότυπο θίασο, παρελαύνουν ρεαλιστικές και φανταστικές μορφές, πρόσωπα σύμβολα, όπως ο ναύτης, ο καπετάνιος, ο μαρκόνης, ο θερμαστής, όχι όμως ως προσωποποίηση της επαγγελματικής ιδιότητας του καθενός, αλλά ως ποιητική σύνοψη μιας ανθρώπινης κατάστασης. Όλα μαζί συνθέτουν ένα μυστηριακό κόσμο, που σου δημιουργεί τη διάθεση να τον εξερευνήσεις...

ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.  
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,  
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,  
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.  
Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,  
πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.  
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,  
και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.

Έπλαθε φανταστικές ιστορίες κι έλεγε ψέματα, όχι για να ξεγελάσει ή να κερδίσει κάτι τι, μα για να διασκεδάσει τους συνομιλητές του ή να τους κάνει ν’ αλλάξουν την άδικη γνώμη τους για κάποιον που ο ίδιος αγαπούσε. Είχε τη συστολή μικρού παιδιού και ήταν αμέτρητες οι φορές που όταν τον ρωτούσαν «Μα είσθε ο ποιητής Καββαδίας; ο Μαραμπού;» κοκκίνιζε κι απαντούσε «Όχι, όχι. Είμαι απλώς ο ξάδελφός του. Εγώ είμαι μόνο ναυτικός. Δεν ξέρω από χαρτιά και από ποιήματα». Και την ίδια ώρα μπορούσε ν’ αποσυρθεί σε μια γωνιά για να γράψει πίσω από κάποιο πακέτο τσιγάρων, στίχους που αργότερα, ολοκληρωμένοι σε ποίημα, θα έκαναν τόσο μοναδική τη φωνή του στη νεοελληνική ποίηση...

WILLIAM GEORGE ALLUM (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,  
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή  
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε  
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή... 


1940-1945  
Στρατεύεται και πολεμάει στην Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Συνεργάζεται με το περιοδικό "Η λόγχη", που κυκλοφορούσαν οι συμπολεμιστές του στο χωριό Κούδεσι. Οι πολεμικές του εμπειρίες θα μεταφερθούν στα μικρά αφηγήματα «Στο άλογό μου» (1941) και «Του πολέμου» (1969). Μετά την κατάρρευση του μετώπου θα επιστρέψει, όπως και όλοι οι συμπολεμιστές του, πεζός στην Αθήνα. Στη διάρκεια της Κατοχής μένει ξέμπαρκος και συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ ναυτικών στην αρχή κι έπειτα του ΕΑΜ λογοτεχνών. Περιμένοντας, με το τέλος του πολέμου, να ξαναρχίσουν οι θαλάσσιες μεταφορές για να ξαναμπαρκάρει, συνεργάστηκε με το περιοδικό του Δημήτρη Φωτιάδη "Ελεύθερα γράμματα", όπου στο τεύχος της 3ης Μαρτίου 1945, μέσα σε κλίμα βαρύ από την ήττα της Αριστεράς στα Δεκεμβριανά κι από τις διώξεις, δημοσιεύει το ποίημα "FEDERICO GARCIA LORCA"...  

 FEDERICO GARCIA LORCA (από τη συλλογή "Πούσι")
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό  
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.  
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,  
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.  
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά  
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου...

Το πορτοκαλί και το πορφυρό στο ποίημα «Federico García Lorca» χρωματίζουν μια μνήμη αντίστασης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας και γίνονται παντιέρα μιας καταγγελίας ενάντια στον πόλεμο, που ξεπερνά τα στενά χρονικά και χωρικά πλαίσια. Η εικόνα του μεσογειακού τοπίου διαθλάται μέσα από τις χρονικές μετατοπίσεις, από την εποχή των σταυροφόρων στην εποχή της αραβικής κατάκτησης, για να διαχυθεί στο σήμερα. Αλλά μέσα σ' αυτό το σήμερα, η μορφή του Λόρκα θα συμπλακεί με τους νεκρούς της Καισαριανής και του Διστόμου, ενώ κάπου στο βάθος παραμένει αχνή, σχεδόν αμφίβολη, η ανάμνηση του Καραϊσκάκη και η υποψία μιας έμμεσης αναφοράς στο Χριστό. Αυτή η συμπλοκή μορφών και συμβόλων γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο, που τις ενσωματώνει αλληγορικά, απαντά επίσης και σε ποιήματα της συλλογής "Τραβέρσο", όπως το "Γκεβάρα" κι ανακαλεί την παρόμοια τακτική του Εγγονόπουλου στο ποίημα "Μπολιβάρ". Το μυθικό στοιχείο εισχωρεί ακόμα περισσότερο στον κόσμο της πραγματικότητας, αλλοιώνοντας δραστικά την ουσία της. Αυτή η μαγική διαπήδηση φαίνεται να συμβαίνει στο χώρο της ανάμνησης γεγονότων, πράξεων αυτοθυσίας και ηρωικών μορφών. Ωστόσο, καθώς τελειώνει το ποίημα, ο αναγνώστης δεν είναι πια σίγουρος αν ήταν η έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης του ποιητή ή περιγραφή υπαρκτών προσώπων...

GUEVARA (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα  
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.  
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.  
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια. 

1945  
Μεταφράζει μαζί με τον Βασ. Νικολόπουλο τρία μονόπρακτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, με ήρωες ναυτικούς και ανθρώπους του λιμανιού : "Το ταξίδι του γυρισμού κι άλλα μονόπρακτα", εκδ. Καραβία. Αυτή την περίοδο θα δημοσιεύσει και τρία πολιτικά ποιήματα που δεν θα ενταχθούν στις μετέπειτα ποιητικές του συλλογές. Πρόκειται για τα ακόλουθα: «Αθήνα 1943», με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός, «Στον τάφο του Επονίτη», στο περιοδικό της ΕΠΟΝ "Νέα Γενιά" και «Αντίσταση», στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα". Στον τόμο "Το θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας" του Ξένου Ξενίτα δημοσιεύεται και το αφήγημα "Στο άλογό μου" (Αθήνα 1945, σσ. 136-137). Κατά την περίοδο 1945-46 είναι επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών. Σε αυτή τη θέση, τον Νίκο Καββαδία διαδέχθηκε ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, καθώς ο Καββαδίας στις 6 Οκτωβρίου 1945 μπάρκαρε ως δόκιμος ασυρματιστής με το επιβατηγό πλοίο «Κορινθία», στη γραμμή Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Καβάλα. Δεν είχε εμφανή πολιτική δράση, όμως δεν έμεινε αμέτοχος. Όταν το πλοίο μπήκε στη γραμμή Πειραιάς - Αλεξάνδρεια - Μασσαλία, μετέφερε κρυφά υλικό από και προς την Ελλάδα και βοηθούσε διωκόμενους να διαφύγουν στο εξωτερικό... 

 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (από τη συλλογή "Πούσι")
Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται  
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.  
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται  
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού... 

1947  
Οι Γερμανοί έχουν φύγει... έχει αρχίσει ο Εμφύλιος. Με δημοψήφισμα επανέρχεται η Βασιλεία. Η Ιταλία υπογράφει συνθήκη και παραχωρεί τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Αλληλοδιαδοχή κυβερνήσεων... δόγμα Τρούμαν, σχέδιο Μάρσαλ και "κυβέρνηση του βουνού" υπό το Μάρκο Βαφειάδη. Στο χώρο των γραμμάτων, κάνουν αίσθηση η "Πανούκλα" του Καμύ, το "Λεωφορείον ο Πόθος" του Τενεσή Ουίλιαμς και το "Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ". Ο Καββαδίας είναι 37 ετών. Από τις εκδόσεις του φίλου του Νότη Καραβία, κυκλοφορεί τον Ιανουάριο, σε 1000 αντίτυπα, η δεύτερη συλλογή του, "Πούσι" με 14 ποιήματα, βιβλίο που κοσμείται από ξυλογραφίες επτά χαρακτών, φίλων του ποιητή ( Γ. Βακαλό, Γ. Βελισσαρίδη, Δ. Γιαννουκάκη, Γ. Μόραλη, Γ. Μόσχου, Α. Τάσου, Α. Κορογιαννάκη). Κυκλοφορεί επίσης σε δεύτερη έκδοση το "Μαραμπού" εμπλουτισμένο με τρία ακόμη ποιήματα («Καφάρ», «Coaliers», «Μαύρη λίστα»)...  

ΠΟΥΣΙ (από την ομώνυμη συλλογή)
Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό  
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.  
Από να φοβάμαι να καρτερώ  
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα... 


                                       (Με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο)

Στο "Πούσι" ο λόγος είναι λυρικότερος, σαφώς λογιότερος, με διάθεση στοχαστική αλλά και κάποια ψήγματα ραφιναρισμένου χιούμορ, όχι τόσο συνηθισμένου για την εποχή. Ακολουθείται κι εδώ η σφιχτή, παραδοσιακή μετρική με τις ευφάνταστες ρίμες, πράγμα αξιοσημείωτο, διότι όταν όλη η άλλη ποιητική πρωτοπορία της γενιάς του '30, αναζητώντας το καινούριο, καταλήγει στον ελεύθερο στίχο, εκείνος εμμένει στο άψογο μέτρο. Ο Αιμ. Χουρμούζιος, αν και κατά τ’ άλλα θετικός, θα τον κατηγορήσει από τις σελίδες της "Νέας Εστίας" για «έλλειψη ήθους» γιατί στα ποιήματά του, αν και πολλά από αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν υπάρχει «μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά... Ή μάλλον δυο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα...». Με εξαίρεση το «Federico García Lorca», ο Καββαδίας δεν είχε συμπεριλάβει τα προαναφερθέντα πολιτικά ποιήματα της εποχής στη συλλογή, τα οποία φαίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο να αποκηρύσσει, όχι όμως, για το ιδεολογικό τους περιεχόμενο, αλλά για την ποιητική τους αξία. Στο "Πούσι" κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, το "εσύ", κάτι που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση, αλλά και βαθύτερη συνοχή στο βιβλίο. Τα ποιήματα μοιάζουν σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σύντομες καρτ-ποστάλ από λιμάνια, με παραλήπτες τα πρόσωπα στα οποία είναι αφιερωμένα...

ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ (από τη συλλογή "Μαραμπού")
Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα  
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:  
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"  
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.  
Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,  
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,  
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα  
και τώρα πια να μη με περιμένει...  

"Σίδερα... Χαρά στο πράμα! Να βάλεις μια δεκάρα στην μπάντα και να τα μουτζώσεις για πάντα. Να μην κατεβαίνεις στο γιαλό. Να μην τα θυμάσαι…Όμως ποιος είδε πιο ανοιχτές πληγές απ’ αυτές της σκουριάς στα πλευρά τους, ή της παλιωμένης μοράβιας; Ποιος άκουσε πιο ανθρώπινο κλάμα από τούτο της τσιμινιέρας που μαρκαλίζει την ομίχλη, ή από κείνο που λαχαίνει σε θύελλα, χωρίς κανένα χέρι να σύρει το σύρμα της σφυρίχτρας; Να σκούζει μονάχη της, καθώς παντρεύεται με τον άνεμο… Δυο μάτια. Πράσινο το ‘να, σμαράγδι. Τ’ άλλο κόκκινο, ρουμπίνι. Τα λένε πλευρικά. Φώτα γραμμής. Είναι μάτια. Τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε..." (Βάρδια)

1949  
Αναλαμβάνει καθήκοντα υπεύθυνου ασυρματιστή στο επιβατηγό «Κυρήνεια», ένα κατεξοχήν μεταναστευτικό καράβι, με διαστάσεις θρύλου στη μεταναστευτική ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας. Είναι το πλοίο στο οποίο υπηρέτησε περισσότερο από κάθε άλλο στην πολυετή ναυτική του σταδιοδρομία...

ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει. 
 - Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.  
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. 
 - Γιε μου, που πας; - Μάνα, θα πάω με τα καράβια !  

"Μπήκα σ' ένα μεγάλο της εταιρίας, που 'κανε τη γραμμή Αυστραλία, Genova, Πόρτο, Άντεν, Κολόμπο, Φριμάν, Μέλμπουρν, τριάντα τρεις μέρες ταξίδι. Χαιρόσουνα τη θάλασσα. Να 'σουνα στη Genova, να 'βλεπες από μια μεριά το πως μπαίναν οι μετανάστες! Τα μεγάφωνα φώναζαν σε πέντε γλώσσες. Ένας μπερδεμένος λαός γεμάτος χρώμα. Ο καθένας με τη δικιά του θρησκεία κι όλοι μαζί δίχως πίστη. Πήγαιναν να ξαναρχίσουν. Πολλοί με το νούμερο του στρατοπέδου στα χέρια. Γυναίκες που έρχονταν μαζί σου για ένα τσιγάρο, για λίγο πιοτό, για τίποτα, γιατί βαριόνταν ν' αρνηθούν. Μόλις φθάναμε στο τελευταίο λιμάνι, έπεφτα να κοιμηθώ κι όταν ξυπνούσα τους είχε καταπιεί όλους η πάχνη του Yara - Yara. Πού είχε πάει 'κείνος ο αχός, το βουητό που με κοίμιζε τόσες μέρες, που το βαριόμουνα και που τ' αγαπούσα. Έρημα καταστρώματα, γιομάτα σπασμένες καρέκλες, εφημερίδες σ' όλες τις γλώσσες , εβραϊκά βιβλία, χτένες κι αδειανά φακελάκια... καταλαβαίνεις. Κι έπειτα τα σάρωνε μονομιάς η μάνικα του νερού." (Βάρδια)

 

1953
Ο Καββαδίας παίρνει το δίπλωμα Ασυρματιστή Α΄ τάξεως. Ταξιδεύει με τα ατμόπλοια «Ιωνία», «Κορινθία» (Απρίλιος-Αύγουστος), με το φορτηγό «Πρωτεύς» (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος) και πάλι με το ατμόπλοιο «Κορινθία» (Δεκέμβριος).
1954
 Κυκλοφορεί το πεζό "Βάρδια" (εκδ. Α. Καραβία), σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της ποίησής του. «Ο καθοριστικός και καθοδηγητικός ρόλος της μνήμης, οι αντιθέσεις ανάμεσα στη ζωή και το όνειρο, τη φαντασίωση και την πραγματικότητα, η πολλαπλότητα των προσώπων –περισσότερο σκίτσων παρά χαρακτήρων– η αναγνώριση του έρωτα και του θανάτου ως κυρίαρχων θεμάτων στη Βάρδια, η ιδιόμορφη κι ελεύθερη γλώσσα των ναυτικών, ο έκδηλος και ειλικρινής ανθρωπισμός του, η ασθματική καταγραφή των εντυπώσεων ή αλλιώς η παραληρηματική γραφή, είναι ζητήματα που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο επανέρχονται στα κριτικά κείμενα που υποδέχτηκαν τη Βάρδια», παρατηρεί η Μαίρη Μικέ. Η "Βάρδια" τελείωσε κατά ένα μεγάλο μέρος στις 15 Αυγούστου 1951, στη Μελβούρνη, αρόδο στο λιμάνι της πόλης. Τα φώτα του Port Melbourne στην εκβολή του Yara - Yara κι οι παρακείμενες αποβάθρες του Williamstown, η περίφημη Station Pier, προσφέρουν δυνατές εικόνες, που εμπνέουν τον ποιητή...


YARA - YARA (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara  
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,  
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,  
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά...


Η σχέση του Καββαδία με την τέχνη και τον πολιτισμό γενικότερα, ήταν στενή και ουσιαστική. Λάτρευε τη ζωγραφική κι είχε πάντα στην κουκέτα του αντίγραφα, που αγόραζε στα ταξίδια του ή αυθεντικούς πίνακες, που του χάριζαν φίλοι. Οι αναφορές σε εικαστικά έργα και δημιουργούς, είναι δεκάδες στα ποιήματά του... Τζιορτζιόνε, Τισιανός, Γκόγια, Σαγκάλ, Σερρά, Πικάσο, Μπασκιρτσέφ, είναι κάποιοι απ' αυτούς. Βιβλία ιστορίας και λογοτεχνίας τον συντρόφευαν επίσης, στις μοναχικές στιγμές της βάρδιας. Θαύμαζε τον Καζαντζάκη, τον αγαπούσε και θυμόταν με χαρά τις συναντήσεις μαζί του. Με το Βάρναλη ήταν φίλοι. Τον συναντούσε στην ταβέρνα, στο Κολωνάκι όπου σύχναζε, όταν ερχόταν στην Αθήνα, ανάμεσα στα ταξίδια του. Τον θαύμαζε σαν ποιητή και τον εκτιμούσε σαν άνθρωπο. Με τον Καραγάτση ήταν πολύ φίλοι, αν και διαφωνούσε συχνά με τις αντιλήψεις και τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις. Αγαπημένος του φίλος ήταν επίσης κι ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης, που πέθανε νέος απ' τις κακουχίες του πολέμου, φαντάρος στο μέτωπο το '41. Ο Καρυωτάκης, όμως, ήταν εκείνος που επηρέασε τις ποιητικές επιλογές της νιότης του, όπως έλεγε. Εκτιμούσε το Σεφέρη για το έργο του και τον θεωρούσε φίλο του (... του έχει αφιερώσει, μάλιστα, το ποίημα "Εσμεράλδα" στο "Πούσι"), αν και όπως έλεγε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ "δεν ξέρω αν ήμουν κι εγώ δικός του φίλος" και θυμόταν που κάποτε στη Βηρυτό είχε περάσει το νομπελίστα από έναν δρόμο γεμάτο μ' ελληνικές σημαίες κι όταν ο Σεφέρης θαύμασε που είδε τόση Ελλάδα, του αποκάλυψε πως ήταν η γειτονιά με τα ελληνικά μπορντέλα. Θύμωσε ο Σεφέρης και του είπε "Κύριε ή εσείς θα κατεβείτε απ' το αμάξι ή εγώ", οπότε κατέβηκε ο Καββαδίας και συνέχισε με τα πόδια. Για τον Ελύτη ήταν επαινετικός, ιδιαίτερα για το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" και το "Άξιον εστί", για τη μελοποίηση του οποίου από τον Μίκη Θεοδωράκη, εκφραζόταν πάντα θετικά. Δεν παρέλειπε, ωστόσο, να επισημαίνει ότι την ποίηση την αισθάνεται κανείς περισσότερο με τα δικά της μέσα: τις λέξεις, την ανάγνωση και την απαγγελία. Ήταν καλά ενημερωμένος για τα μουσικά πράγματα, για τον Θεοδωράκη και το Χατζιδάκι, για τους νέους μουσικούς της εποχής, για το ρεμπέτικο, που του αναγνώριζε μιαν αυθεντικότητα, όπως έλεγε, για το δημοτικό τραγούδι, αλλά και την κλασσική μουσική, που τη λάτρευε, για τα τραγούδια των μαύρων της Αμερικής και τη βορειοαφρικανική μουσική...

ΚΑΡΑΝΤΙ (από τη συλλογή "Πούσι")
Φωτιές ανάβουνε στην άμμο οι ιθαγενείς  
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.  
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους  
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς... 


                                              (Οι αδελφοί Καββαδία ) 

1957  
Στο Κόμπε της Ιαπωνίας αυτοκτονεί μέσα στην καμπίνα του ο μικρότερος αδελφός του, πρώτος πλοίαρχος σε φορτηγά πλοία, γεγονός που συγκλονίζει τον ποιητή, βυθίζοντάς τον στη σιωπή. Θα ξαναγράψει ποίημα μόλις το 1967 (το αυτοβιογραφικό «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη»).  
1961  
Με τη μεσολάβηση του Χουρμούζιου, κυκλοφορούν οι συλλογές "Μαραμπού" και "Πούσι" σε κοινή έκδοση από τον «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου.  
1964  
Μετακομίζει με τη μητέρα του και την αδελφή του στην οδό Γέλωνος 4, στους Αμπελοκήπους. 1965 Τον Μάιο πεθαίνει η μητέρα του. Ο ποιητής και η αδελφή του μετακομίζουν στην οδό Δεινοκράτους 5, στο Κολωνάκι, στην ίδια πολυκατοικία που έμενε η αγαπημένη ανιψιά του Έλγκα. Στον γιο της Φίλιππο, που θα γεννηθεί την επόμενη χρονιά, θα αφιερώσει «Τα παραμύθια του Φίλιππου» της συλλογής "Τραβέρσο".  
1968 
 Επισκέπτεται με την αδελφή του την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί γράφει και το πεζό "Λι". Θα ξαναεπισκεφτεί το νησί ακόμα δύο φορές, το 1970 και το 1972. 1969  
Στις 3 Ιανουαρίου γράφει το μικρό πεζό "Του πολέμου". Κυκλοφορεί η Βάρδια στα γαλλικά (N. Kavvadias, En bourlinguant, trad. Michel Saunier, ed. Stock, Paris 1969). 1973 Τα βιβλία του "Μαραμπού" και "Πούσι" επανεκδίδονται από τον Κέδρο. Τον Νοέμβριο προσκαλείται από τον καθηγητή Κ. Μητσάκη για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του, στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι του Σπουδαστηρίου της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.  
1974 
Τον Δεκέμβριο υπογράφει την αντιμοναρχική διακήρυξη ενόψει του σχετικού δημοψηφίσματος (8 Δεκεμβρίου). Η υγεία του έχει κλονιστεί και προαισθάνεται το τέλος του.  
1975  
Την Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου πεθαίνει στην αθηναϊκή κλινική «Άγιοι Απόστολοι» από εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεν θα προλάβει να δει τυπωμένη την ποιητική συλλογή "Τραβέρσο", που ετοίμαζε. Θα κυκλοφορήσει δύο μήνες μετά τον θάνατό του, με προμετωπίδα του Γιάννη Μόραλη (εκδ. Κέδρος). Στο σημειωματάριό του βρέθηκαν οι τρεις τελευταίοι στίχοι που κατέγραψε και ήθελε να τους προτάξει στο «Τραβέρσο», κάτι που τελικά δεν έγινε...  
"Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη 
 και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.   
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε"...  
Κάτι ανάλογο βρίσκουμε στα γραπτά του Μακρυγιάννη... "ο ήλιος εβασίλεψε / και το φεγγάρι εχάθη" ... Με την εικονοποιία αυτή, του επεξεργασμένου δημοτικού τραγουδιού, ο Νίκος Καββαδίας παραδίδεται πλησίστιος στον εικοστό πρώτο αιώνα !  

 
       (Απ' τις τελευταίες του φωτογραφίες, με φιλική συντροφιά στο Πασαλιμάνι) 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (από τη συλλογή "Πούσι")
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό  
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.  
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια  
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό...

Κάτι ακόμα που δεν πρόλαβε, ήταν ν' ακούσει τους στίχους του μελοποιημένους, από το Γιάννη Σπανό, το Θάνο Μικρούτσικο, τη Μαρίζα Κωχ και τόσους άλλους αξιόλογους μουσικούς, διαφορετικών τάσεων και ικανοτήτων, που αργότερα καταπιάστηκαν με την ποίησή του, φέρνοντάς τη στα χείλη ανθρώπων, κυρίως νέων. Κι είναι άξιον απορίας, το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο νωρίτερα, μιας και τα ποιήματά του, διαθέτουν από φυσικού τους μια μουσικότητα αξιοθαύμαστη! Το 1977, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Καββαδία, ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς γύρισε την κοινωνική σειρά "Πορεία 090" για λογαριασμό της τότε κρατικής τηλεόρασης. Το σενάριο, που υπογράφει ο ίδιος, είχε να κάνει με τις περιπέτειες και τις συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του φορτηγού πλοίου «Αργώ» από την Πύλο, όπου επιβιβάζεται το καινούργιο πλήρωμα, μέχρι την Ιαπωνία, που είναι και ο τελικός προορισμός του ταξιδιού. Η μουσική επένδυση της σειράς προτάθηκε στο συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, που εξέφρασε την επιθυμία ν' ασχοληθεί αποκλειστικά με την μελοποίηση ποιημάτων του Καββαδία. Ο ίδιος θυμάται... "Ξεκίνησα να γράφω εκείνα τα τραγούδια του Καββαδία, τα οποία βγήκαν με πολλή άνεση. Κάθε νύχτα και τραγούδι, αν θυμάμαι καλά. Έτσι, προέκυψαν στην αρχή επτά τραγούδια, τα οποία πέρασαν στο σίριαλ. Μιλάμε δηλαδή για παραγγελιά, ωστόσο συνέχισα να κάνω Καββαδία ανεξαρτήτως του σίριαλ και μετά το ΄77. Είχα μαζέψει 13 - 14 τραγούδια και σκέφτηκα να κάνω ένα δίσκο. Εδώ αρχίζουν τα καλαμπουράκια. Το πρώτο είναι ότι του Πατσιφά, του ιδιοκτήτη της LYRA -ενός ανθρώπου που πραγματικά λείπει από τη δισκογραφία - δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα, δεν μπορούσε όμως ούτε ήθελε να μου το αρνηθεί και μου είπε μάλιστα με την χαρακτηριστική φωνή του: Στο κάνω δώρο, δεν θα πουλήσει πάνω από 2.000. Κι αυτό σε μια εποχή που ακόμα και ο δίσκος που δεν πήγαινε καλά πουλούσε 30.000 και 40.000..." Κάπως έτσι δημιουργήθηκε "Ο Σταυρός του Νότου", ένας από τους σημαντικότερους και πλέον ευπώλητους δίσκους στην ιστορία της σύγχρονης Ελληνικής μουσικής !

ΠΙΚΡΙΑ (από τη συλλογή "Τραβέρσο")
Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία...


Το 1987, από τις εκδόσεις Άγρα, θα εκδοθεί για πρώτη φορά το μικρό αφήγημα "ΛΙ". Φέρει ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1968 και διηγείται τη σύντομη συνάντηση του αφηγητή με μια μικρή Κινεζούλα, όταν το πλοίο του φούνταρε ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ και περιμένανε να το παραδώσουν στους καινούργιους αγοραστές και να φύγουνε. Μεταφορά του διηγήματος στον κινηματογράφο αποτελεί η ταινία του Marion Hänsel "Between the Devil and the Deep Blue Sea" με πρωταγωνιστή τον Stephen Rea, που προβλήθηκε το 1995... Δεκάδες μελέτες και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις του έργου του, αφιερώματα στα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, διατηρούν τη μορφή του Μαραμπού ολοζώντανη ανάμεσά μας, μέχρι και σήμερα. Ο Καββαδίας δεν είναι απλώς "ο ποιητής της θάλασσας". Αν ήταν, η αμείλικτη εποχή μας θα τον προσπερνούσε. Χρησιμοποίησε τη θάλασσα για να φτάσει στη στεριά. Με προβολές-σφήνες, ενώνει τη στιγμή που βρίσκεται στη θάλασσα με μιαν εικόνα απ' τη στεριά, κάπου αλλού, μπορεί εδώ ή πολύ μακριά, σε άλλους τόπους και χρόνους, μπορεί πολύ παλιά ή τώρα. Ήταν βέβαια, φύση παράξενη και ιδιόρρυθμη. Τον χαρακτήριζε το ονειροπόλημα του ποιητή, το ταμπεραμέντο του ναυτικού και η καλοσύνη του μικρού παιδιού, του άφθαρτου, του αλώβητου, του παιχνιδιάρικου και αυτάρεσκου. Και όλ’ αυτά μαζί, συνθέτανε την ανεπανάληπτη προσωπική γοητεία του! Πέρα από το ποιητικό έργο του, μας κληροδότησε και την ανθρωπιά του, αναπόσπαστο στοιχείο για τη συναρμογή μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας που θα μείνει στη μνήμη μας άσβεστη και πάντοτε πολύ αγαπητή !