Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑΚΙΑ

Όχι, δεν πρόκειται για κάποιο Πασχαλινό παραμύθι, που μας ξέμεινε λόγω αργίας. "Κοτοπουλάκια" αποκαλούσαν στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, τις τρεις κόρες της Ελένης (το γένος Συλιβάκου) και του Δημητρίου Κοτοπούλη, τη Χρυσούλα, τη Φωτεινή και τη Μαρίκα. Ωστόσο, η ζωή των τριών κοριτσιών θα μπορούσε να καταγραφεί και ως παραμύθι ή ακόμα καλύτερα, ως "πολύπρακτο" θεατρικό έργο, μιας κι η οικογένεια Κοτοπούλη πρόσφερε στο ελληνικό θέατρο σημαντικούς ανθρώπους και πολύτιμο έργο. Οι ρίζες της οικογένειας απλώνονται στην Ήπειρο και συγκεκριμένα στο Τσεπέλοβο, όπου βρισκόταν -μέχρι τη μεταπολίτευση- η πατρογονική οικία της οικογένειας Κοτοπούλη. Η μοίρα όμως, των καλλιτεχνών του παλκοσένικου και ειδικά όσων έζησαν στα δύσκολα χρόνια των περιοδευόντων θιάσων και των γνωστών "μπουλουκιών", ήταν να μεγαλώνουν μακριά απ' το σπίτι τους και κάποτε να γεννούν ή να γεννιούνται κι οι ίδιοι, σε περιοδείες ή ακόμα και πάνω στο σανίδι. Έτσι το 'φερε και για το Δημήτριο Κοτοπούλη να γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, το 1848, αλλά και για τη μικρότερη κόρη του, τη Μαρίκα, που λίγο έλλειψε να γεννηθεί εν μέσω χειροκροτημάτων, όταν έπιασαν οι πόνοι την κυρά-Λένη, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στην Αθήνα. Για την ακρίβεια, οι κόρες του Κοτοπούλη ήταν τέσσερις, αλλά για τη μεγαλύτερη, την Πόπη, σπάνια γίνεται λόγος και άλλα στοιχεία για τη ζωή της δε μπόρεσα να βρώ, πέρα από κάποιες αναφορές του ονόματός της σε προγράμματα θεατρικών παραστάσεων που συμμετείχε και αφηγήσεις οικείων προσώπων της οικογένειας, που έχουν δημοσιευθεί. Βέβαια, με τα ονόματα των τριών κοριτσιών, που από νήπια έπαιρναν μέρος στις παραστάσεις πλάι στους γονείς τους, συνέβαινε κάτι που συνηθιζόταν στους οικογενειακούς θιάσους. Συχνά άλλαζαν κι εμφανίζονταν με ψευδώνυμα, πράγμα που δυσκολεύει την έρευνα. Οι δίδυμες, επί παραδείγματι, εμφανίζονταν ως Φωτεινή Έλσερ και Χρυσαΐς Ρενώ, έτσι ώστε να αμβλύνεται η εντύπωση του κλειστού, οικογενειακού θιάσου. Το μόνο όνομα που δεν άλλαζε ήταν της Μαρίκας κι αυτό γιατί από τις πρώτες κιόλας εμφανίσεις της, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τον τύπο της εποχής κι ήταν, σαν να λέμε, το μόνιμο ατού του θιάσου. Στην εφημερίδα "ΣΚΡΙΠ", με ημερομηνία 30 Ιουλίου 1901, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου -πίσω απ' το ψευδώνυμο "ο άλλος"- εντυπωσιασμένος από την ερμηνεία της Μαρίκας στο ρόλο της κυρά-Γιάννενας, στον "Αγαπητικό της βοσκοπούλας" γράφει σε χρονογράφημά του :
"Η επαγγελματική ελληνική σκηνή εγήρασε τόσον ώστε έπαθε και στείρωσιν. Δεν παράγει πλέον κανέναν νέον ηθοποιόν. Δια τούτο επαραξενεύθην περισσότερον όταν είδα προχθές κινούμενην ζωντανώς επί της σκηνής με αέρα αποδιώκοντα αυτήν από τας παλαιάς προς νέας σανίδας σκηνής μίαν λιγυράν κλωνίαν μακροβίου θιασαρχικής δρυός. Την μικράν Μαρίαν Κοτοπούλη. Είναι δεκαπέντε ετών και παίζει γυναικείους ρόλους.
Το ανάστημα της μπουκιάς αυτής υψώνεται επί της σκηνής είς τέλειον παρθενικόν παράστημα όχι από το μάκρος του φορέματος ούτε από το ύψος της ξανθής περούκας, αλλ' από την ορμητικήν τάσιν του μικρού δαίμονος τον οποίον έχει εις την ψυχήν και ο οποίος βιάζεται να μεγαλώση..."
(Διαβάστε τη συνέχεια της στήλης ΣΚΕΨΕΙΣ ΡΩΜΗΟΥ κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο)
Η Μαρίκα πρωτόπαιξε το ρόλο της κυρά- Γιάννενας το 1898, σε ηλικία μόλις 11 ετών. Από εκείνη την παράσταση είναι και η φωτογραφία του Δημητρίου Κοτοπούλη, στο ρόλο του Μήτρου.

Δεν θέλω όμως, να σας κουράσω άλλο με γεγονότα και ημερομηνίες, αφού -εκτός απ' το χρονολόγιο που ακολουθεί - όλα αυτά υπάρχουν σε πολλά αφιερώματα, που γίνονται κατά καιρούς, για τη μεγάλη ελληνίδα ηθοποιό. Ένα τέτοιο αξιόλογο αφιέρωμα, είχε γίνει τον Ιανουάριο του 2003 στο περιοδικό " Επτά ημέρες" της Καθημερινής. Για τους φίλους που ενδιαφέρονται, ο σύνδεσμος για το συγκεκριμένο τεύχος υπάρχει στη στήλη παραπλεύρως...
Εδώ θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε στις προσωπικότητες των τριών κοριτσιών και στο χαρακτήρα της κάθε μιας, μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν κοντά τους, κυρίως πίσω απ' τις κουίντες και μακριά απ' τα φώτα της ράμπας.
Ο Μήτσος Μυράτ, που σπούδασε τη δραματική τέχνη στο Παρίσι κι ήταν ένας από τους σημαντικότερους πρωτεργάτες της ελληνικής θεατρικής σκηνής, αναφέρει -το 1928 στο βιβλίο του "Η ζωή μου"- περιστατικά που στάθηκαν αφορμή να γνωρίσει τα τρία Κοτοπουλάκια και να συνδεθεί μαζί τους, με άρρηκτους δεσμούς αγάπης...
"Εβγήκαν ρεκλάμες για την έναρξη του θιάσου Δημητρίου Κοτοπούλη εις το Θέατρον Λουκά της Σμύρνης. Αναμονή λοιπόν αγωνιώδης. Είμαστε τότε στην καρδιά της ανοίξεως 1899.
Η παρέα μου, πέντε έξι λεοντιδείς κι εγώ, σε μια γωνιά κοντά τους καπνίζοντας τον αγαπημένο μου ναργιλέ παρακολουθούσα στο Παυσίλυπον τα κουτσάκια (όπως τα λέγανε στη Σμύρνη) του Μαριδάκη.
Στα διαλείμματα η εστουτιαντίνα τραγουδούσε τις κανταδούλες της μόδας. Έλεγε το τραγούδι του Κοκκίνου:

Μέσα στης καρδιάς τα φύλλα
Έχω πόνο μυστικό
Σχίσε την για να πιστέψεις
Πόσον κόρη σ’ αγαπώ.

Όταν ξάφνου, μαζί με τη μία απ’ τις «Μπόβι Καμπέτσι» μπήκε μια ψηλή, κυπαρισσόκορμη κοπέλα. Μάτια που ’χαν κάποια ναζιάρικη νωχέλεια, ένα κάτι χαδιάρικο στο απαλό γύρισμα προς τα πίσω του κεφαλιού, μια παρθενική φιλαρέσκεια σ’ όλο της το είναι σαν άρωμα λουλουδιού που πρωτοξανοίγει τα πέταλά του. Ποδαράκια με τορνευτές γαμπούλες θυμίζαν σπάνια ράτσα αλόγου, κι ένα βάδισμα αλαφρό σαν αίλουρου. Μια πλατύγυρη ψάθα εσκίαζε το ωραίο προσωπάκι με κάποιο μυστήριο και το κοντό ώς τα γόνατα φουστανάκι, η περασμένη στον ώμο τσαντούλα, όλα μαζί σαν ένα γλυκό ροδοχάραμα, τόσο ονειρώδες που αν έκλεινες για μια στιγμή τα μάτια θα νόμιζες πως κουρασμένη να τριγυρνά στα δάση η κυνηγέτις Άρτεμις κατέβηκε από μια παράξενη ιδιοτροπία ντυμένη μοντέρνα, στην πόλη.
– Ποια είναι αυτή, λέγω στον διπλανό μου, αρπάζοντάς τον απότομα απ’ το μπράτσο.
– Ένα απ’ τα Κοτοπουλάκια –η Φωτεινή Κοτοπούλη.
– Τι όμορφη κοπέλα, τι όμορφη κοπέλα, και έμεινα έκπληκτος μπροστά στην εξωτική κοπέλα.
Την άλλη μέρα έπιασα το πόστο πρώτος και καλύτερος. Επερίμενα με καρδιοκτύπι να ξαναϊδώ το χάρμα εκείνο. Σε μια γωνία λίγο παράμερα, μερικά κοριτσόπουλα κρυφοκουβεντιάζανε και πού και πού ξεσπούσανε σε χάχανα.
Ένα απ’ αυτά ξεχώριζε με τη βαριά φωνή του, χειρονομούσε και έκανε ένα θόρυβο του διαόλου.
Λεπτοκαμωμένο, αδύνατο, λίγο καχεκτικό, κάπως ατημέλητο. Μορφή κεχριμπαρόχρωμη αλλά χαρακτηριστικά τόσο αδρά, σχεδόν αγορίστικα και μάτια που σπιθοβολούσαν όλο εξυπνάδα. Η έντονη σαν χάλκινο όργανο φωνή της μου ’δινε μια παράξενη εντύπωση, λες κι ήταν κάποιο περίεργο φαινόμενο.
Ρωτώ το γκαρσόνι.
– Ποια είναι αυτή η μικρούλα;
– Είναι το μικρότερο απ’ τα Κοτοπουλάκια, λένε πως είναι διάολος.
– Μαρίκα, μου απαντά το γκαρσόνι και μ’ αφήνει με την εντύπωση του ονόματος.
Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Ένοιωθα να μου μεταδίδει μια παράξενη γοητεία. Έλεγα μέσα μου: «Τί έχει αυτό το αλλόκοτο πλασματάκι, ποιο άγνωστο δαιμόνιο το εμψυχώνει τόσο που σε στριφογυρίζει έτσι ανεμοστρόβιλος ώστε να χάνεις τέλεια τη συνείδηση της ζωής».
Για κάμποση ώρα είχα ξεχάσει την ωραία Φωτεινή. Σε λίγο κατέφθασε η παρέα μου.
– Κάτι νωρίς-νωρίς, μου λέγει ο ένας απ’ αυτούς γελώντας πονηρά.
– Κάθε άλλο παρά αυτό που βάζει ο νους σου, του απαντώ.
– Νά την η εκλεκτή της καρδιάς σου, μου λέει κάποιος άλλος.
Εγύρισα να ιδώ με λαχτάρα. Έβαλαν όλοι τα γέλια. Δεν ήταν εκείνη και όμως της έμοιαζε τόσο. Το ίδιο κόψιμο του προσώπου, μα τα χαρακτηριστικά ένα ένα διαφέρανε. Αυτή ήταν λίγο πιο κοντουλή. Μάτια στρογγυλά σαν να ατενίζανε σ’ ένα ορισμένο σημείο με κάποια απορία και στο περπάτημά της λικνιζότανε το κορμί σαν την αραγμένη βαρκούλα στο λιμάνι που την αργοκινά η φουσκοθαλασσιά. Αλλά τόσο γλυκό πρόσωπο, τόσο αθώο, σαν να χρωματίζετο εκεί επάνω η καλωσύνη μιας ψυχής.
– Αυτή, μου λέει ένας της παρέας, είναι η Χρυσούλα, δίδυμη αδελφή της Φωτεινής.
– Είστε, βλέπω, όλοι καλά πληροφορημένοι.
– Πάρε ένα πρόγραμμα να πληροφορηθείς και συ καλά, αν και δεν θα σε φωτίσει αρκετά γιατί τις έχουν όλες με ψευδώνυμο.
– Είναι κι άλλη μια κοντούλα και στρομπουλή όλο δροσιά και χάρη, την λένε Πόπη, μου λέει ο άλλος κοροϊδευτικά, περίμενε να ιδείς κι αυτήν και τότε βάζεις κλήρο, ποιαν απ’ τις τέσσερις θα διαλέξεις.
Δεν έδωκα απάντηση στο πείραγμα. Εκάπνιζα τον ναργιλέ βυθισμένος στις σκέψεις μου, ρίχνοντας κλέφτικες ματιές πότε στη Μαρίκα και πότε στη Χρυσούλα. Μα τώρα νοιώθω πως και είκοσι κόρες να είχε ο Κοτοπούλης θα ξελογιαζόμουν και με τις είκοσι, γιατί σ’ αυτές όλες θ’ αγαπούσα όχι τις γυναίκες, αλλά το θέατρο, την τέχνη..."
(Διαβάστε τη συνέχεια στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού)
Λίγο αργότερα, ο Μήτσος Μυράτ θα παντρευτεί τη Χρυσούλα, τη μεγαλύτερη απ' τις δίδυμες -αφού βγήκε πρώτη στον τοκετό- και θα ζήσει μαζί της "μια ζωή ευτυχισμένη", όπως γράφει ο ίδιος. Ο γιός του ζευγαριού, ο γνωστός ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεωρητικός του θεάτρου Δημήτρης Μυράτ, στο βιβλίο του "Οψέ οι μύλοι των θεών" (εκδ. Καστανιώτη, 1998) διεισδύει βαθύτερα στους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, χαρακτήρες των τριών γυναικών...

"Η μητέρα μου ήταν ήρεμη, γλυκομίλητη, υποχωρητική, σταθερή και κάπως ανέραστη, προσγειωμένη πάντα, χωρίς ξεπετάγματα της φαντασίας, χωρίς άλλους ορίζοντες, έξω από κείνους που περικλείνανε το στενό οικογενειακό και επαγγελματικό περιβάλλον. Γι αυτό, μ' όλη τη λατρεία που είχε στον πατέρα μου, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την ποιητική και καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία. Τους χώριζε και τεράστια διαφορά γνώσεων. Τα Κοτοπουλάκια δεν πρόφτασαν , απ' τις σκληρές βιοτικές συνθήκες, να πάνε πέρα απ' τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Ο Κοτοπούλης έλεγε: "Ο ηθοποιός πρέπει να 'χει πολλές τρύπες στο ζωνάρι του".
Η Φωτεινή ήταν εριστική, πεισματάρα, νευρική ως την υστερία και περήφανη σαν σπανιόλος ιδαλγός. Μπορούσε να πεθάνει της πείνας (και κόντεψε, όταν η Μαρίκα την άφησε απροστάτευτη, κόβοντας τη γλισχρή βοήθεια που της έδινε) αλλά δεν καταδεχόταν να το δείξει. Δεν μπήκε ποτέ σε τραμ ή λεωφορείο, να συνωστιστεί με το πλήθος. Αν δεν μπορούσε να πάρει ταξί, δεν έβγαινε. Και ήταν τύπος ερωτικός.
Όμορφες ήταν και οι δυο, ενώ η Μαρίκα ήταν τερατάκι, "μαυροτσούκαλό μου" την έλεγε ο Ίων Δραγούμης. Ήταν φτυστή ο Κοτοπούλης, ενώ οι δίδυμες είχαν πάρει τα ωραία χαρακτηριστικά της κυρα-Λένης. Αλλά η Φωτεινή ήταν αεράτη. Είχε αυτό που λένε οι Γάλλοι "allure".
Και οι δυο αδερφές ζήσανε κάτω απ' τη σκιά της μικρότερης, μεγάλης τους αδερφής. Τη βοήθησαν να στεριώσει φήμη και περιουσία, όσο κανείς δεν μπορεί, από 'κείνους που δε γνώριζαν τα οικογενειακά μας παρασκήνια, να φανταστεί.
Η Μαρίκα είχε δύσκολο χαρακτήρα και είχε δημιουργήσει στο ζηλιάρικο επάγγελμά μας, που δεν ανέχεται την επιτυχία, πολλούς εχθρούς. Την υπονομεύανε συνέχεια, απ' τα πρώτα της βήματα στο "Βασιλικό", με συκοφαντίες και αργότερα, όταν έγινε θιασάρχις, με συνομωσίες και ξαφνικές απεργείες. Ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να την κλονίσουν, γιατί βρίσκονταν στο πλάι της οι δυο αδερφές της, μαζί με τον πατέρα μου. Υπήρχε πάντα έτοιμος θίασος. Πόσες φορές δεν έφυγαν απροειδοποίητα οι ηθοποιοί της ! Την άλλη μέρα το θέατρο λειτουργούσε πάλι κανονικά, με τα οικογενειακά του στηρίγματα και δυο τρεις ασήμαντους αλλά πιστούς, ίσως ακριβώς λόγω της ασημαντότητάς τους, ηθοποιούς.
Η Μαρίκα στάθηκε αχάριστη. Το 'ξερε. Μια μέρα, σε κάποια πρόβα στο "Κεντρικόν", ο Σπύρος Μελάς που σκηνοθετούσε το έργο είπε: "Ο Αριστοτέλης λέει πως ίδιον του ελευθέρου ανδρός είναι η αχαριστία". Βέβαια δεν το "χε πει ο Αριστοτέλης, δεν θα 'ταν δυνατόν... το είπε με ειρωνική σημασία, βάζοντας τη φράση στο στόμα ενός δούλου, ο Μένανδρος. Αλλά ο Μελάς, μέσα στον πνευματικό του αμοραλισμό, δεν δίσταζε να λέει ό,τι του κατέβαινε. Δεν τόλμησα να τον διαψεύσω... ήμουν πολύ νέος και σεβόμουνα. Απ' το στόμα της Μαρίκας όμως, ακούστηκε ένα ηχηρότατο "Εύγε, Σπύρο", γεμάτο ενθουσιασμό, σημάδι πως η αχαριστία της τη βασάνιζε και αρπάχτηκε από την ψευδοαριστοτέλεια ρήση για κάποια άφεση αμαρτιών.
Συχνά η Μαρίκα έφευγε για πολύμηνα ταξίδια στη δυτική Ευρώπη, ενώ ο θίασος εξακολουθούσε να εργάζεται για λογαριασμό της, είτε στο θέατρο "Κοτοπούλη" της Ομόνοιας τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, είτε σε περιοδεία το καταχείμωνο, με τις φοβερές συνθήκες των θεάτρων και των ξενοδοχείων εκείνης της εποχής, με εναλλασσόμενες πρωταγωνίστριες τις δυο αδερφές της. Χωρίς παράπονο, χωρίς βαρυγκόμια. Φαινότανε και στις δυο φυσικό, αυτονόητο, η Μαρίκα είχε όλα τα δικαιώματα να φεύγει, να 'ρχεται, να διατάζει και προπάντων, να βρίζει. Γιατί όταν νευρίαζε, ξέσπαγε άσχημα. Η Χρυσούλα έσκυβε το κεφάλι και αντιδρούσε με κάποιο σιγανό κλάμα. Αλλά η Φωτεινή δεν της χάριζε κάστανα, ήταν ένα σου κι ένα μου. Ομηρικοί καβγάδες συντάραζαν το θέατρο της Ομόνοιας, που ακούγονταν ως έξω, στα δυο καφενεία όπου συγκεντρώνονταν οι ηθοποιοί όλων των θιάσων, το "Στέμα" και την "Αργολίδα" και που καταλήγανε πάντα σε υποχώρηση της Μαρίκας.
Είχαν και οι δυο αδερφές, η Μαρίκα και η Φωτεινή, το ακαταλόγιστο πείσμα του πατέρα τους. Μια φορά, στα 1919, στο διάλειμμα ενός έργου, ο Κοτοπούλης και η Μαρίκα πιάστηκαν σε πολιτική συζήτηση. Βενιζελικός εκείνος, βασιλικιά εκείνη. Το διάλειμμα, παρά τις εκκλήσεις του οδηγού σκηνής, τραβούσε σε μάκρος και ο καβγάς όσο πήγαινε και φούντωνε. Κάποτε σταμάτησαν κι άρχισε η παράσταση. Η Μαρίκα βγήκε στη σκηνή κι ο Κοτοπούλης κίνησε να φύγει.. Περνώντας απ' την πλατεία, στάθηκε και δείχνοντας την κόρη του, φώναξε με την αργυρόχρυση, όπως την έλεγε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, στεντόρεια φωνή του: "Τι την φυλάτε αυτή τη ρου... τη βασιλικιά και δεν τη χώνετε μέσα ; " Και ήταν εποχή που τα πάθη ήταν πολύ εξημμένα και υπήρχε κίνδυνος, το επεισόδιο να 'χει δυσάρεστες συνέπειες για τη Μαρίκα.


Και τα δυο αυτά θηρία τρέμανε τη σύγκρουση με τη Φωτεινή. Ήταν φοβερή όταν θύμωνε. Αλλά είχε χρυσή καρδιά. Γινότανε κομμάτια για τους φίλους της, σκοτωνόταν να υποστηρίξει κάποιον που είχε ανάγκη, ξεχνούσε ακόμα και την απροσμέτρητη περηφάνια της για να συντρέξει τον προστατευόμενό της. Είχε κι ένα άλλο προτέρημα, σε βαθμό ελαττώματος: ήταν απίστευτα φιλάρεσκη και καλόγουστη όσο καμιά γυναίκα στην Ελλάδα, μ' ένα έμφυτο αισθητήριο για το ωραίο. Όταν γέρασε πολύ, δεν ξαναβγήκε απ' το σπίτι, για να μην την βλέπουν - την παλιά καλλονή - και την λυπούνται. "Δεν υπάρχει χειρότερο ερείπιο" λέει κάπου ο Θεόφιλος Γκωτιέ "απ' το ερείπιο του ανθρώπου !". Σπάνια βρήκε την επιβεβαίωσή της η φράση αυτή όσο στη Φωτεινή. Ενώ η Μαρίκα έλεγε πάντα: "Τι καλά που ήμουν πάντα άσχημη ! Έτσι δεν κάνω μεγάλη διαφορά στα γεράματα".
Αλλά η Φωτεινή ήταν, μ' όλα της τα ελαττώματα, ωραίος τύπος, βγαλμένος από κάποιο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, ενώ η μάνα μου, η Χρυσούλα όνομα και πράμα, όπως την έλεγαν οι παλιοί, είχε κληρονομήσει το περιβόητο χιούμορ της κυρα-Λένης, της Κοτοπούλαινας. Μόνο τους τελευταίους μήνες της ζωής της την εγκατέλειψε. Είχε ελπίσει πως θα το διατηρούσε ως το τέλος, σαν τον περίφημο Γάλλο κωμωδιογράφο Λαμπίς, που ενενηντάρης πια, στις τελευταίες του στιγμές, είπε στον ανεψιό του, που θρηνούσε γονατιστός πλάι στο κρεβάτι του και του 'δινε παραγγελιές για τους γονείς του στον άλλο κόσμο: "Δεν πας εσύ ανεψιέ, να τους τα πεις από πρώτο χέρι και να μείνω εγώ εδώ;". Η μάνα μου έχασε το χιούμορ της από τη στιγμή που έμαθε το θάνατο της Φωτεινής. Την ξεγελούσαμε λέγοντάς της πως την έχουμε στο νοσοκομείο, ώσπου ένα κακοηθέστατο υποκείμενο της το είπε κακόβουλα. Τότε κατάλαβε πως θα την ακολουθήσει και παράτησε το γάντζωμά της στη ζωή.
Οι τρεις αδελφές ήταν ένα κομμάτι των ειδυλλιακών χρόνων της Αθήνας. Αλλά η ιδιοφυΐα της Μαρίκας, την βοηθούσε να προσαρμόζεται συνεχώς και να μη χάνει την επαφή με την εποχή της. Το ίδιο και η μάνα μου, η Χρυσούλα, για εντελώς αντίθετους λόγους, επειδή ήταν ο Σάντσο της οικογένειας και είχε μιαν απλοϊκή μα τετράγωνη λογική. Η Φωτεινή ήταν δονκιχωτικός τύπος. Ήταν τέκνο της "Μπελ Επόκ". Και σ' αυτήν έμεινε, ως την ύστατη στιγμή της..."

Το αφιέρωμα θα μπορούσε να τελειώνει εδώ, επειδή όμως δεν θέλω να σας αφήσω με την πικρία του Μυράτ, που απομυθοποιεί εν μέρει, τον κολοσσό Μαρίκα Κοτοπούλη, εμμένοντας σε μια πτυχή του χαρακτήρα της, ελάχιστα γνωστή στο ευρύ και μεταγενέστερο κοινό. Σκληρή ήταν σίγουρα... ίσως μάλιστα, αναγκάστηκε να γίνει. Δε νομίζω όμως, πως ο χαρακτηρισμός "αχάριστη" ταιριάζει στην Κοτοπούλη, ακόμα κι αν προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν αποκλείεται να τη γνώριζε καλύτερα απ' όλους. Άλλωστε, πολλές φορές οι συγγραφείς υπερβάλουν είτε σε επιείκεια είτε σε αυστηρότητα, για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους. Γεγονός είναι πως, η Κοτοπούλη έδινε την ψυχή της και βοηθούσε τους συναδέλφους της, όταν της το ζητούσαν ή όταν έκρινε η ίδια πως είχαν ανάγκη τη βοήθειά της. Ο Γιάννης Τσαρούχης στο βιβλίο του "Εγώ ειμί πτωχός και πένης" (εκδ. Καστανιώτη, 1988), γράφει χαρακτηριστικά...
"Είχα την τιμή και την ευτυχία να δουλέψω με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ως σκηνογράφος, σε μερικά έργα που ανέβασε. Στην "Κυρία δε με μέλλει" του Σαρντού, στην "Ελισάβετ" του Ζωσαί, που έκανα και τα κοστούμια, στην "Κάντιτα" του Μπέρναρ Σω και στη "Στέλλα Βιολάντη" του Ξενόπουλου. Πέντε μέρες πριν πεθάνει την επισκέφθηκα, ύστερα από πολλούς μήνες που είχα να την δω και μου πρότεινε να συνεργαστούμε το καλοκαίρι που ερχόταν, στην "Ηλέκτρα" του Σοφοκλή. Στην "Κυρία δε με μέλλει", με όλα της τα χαρίσματα, δεν μπόρεσε να ταυτιστεί με το ρόλο, έσπασε το καλούπι που δεν είχε αντοχή να βαστάξει το υπέρογκο βάρος του ταλέντου της.
Το ίδιο και στην "Ελισάβετ" για τις σκηνές που είναι κάπως εύθυμες και παριζιάνικα κομψές. Στις σκηνές όμως που ήταν δυνατές, ήταν αξέχαστη. Όταν της φέρνουν τα όπλα του Έσσεξ, που εκτελέστηκε κατά διαταγή της, έλεγε :"Γονατίστε". Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Την άκουγα στερεότυπα κάθε βράδυ. Σ' αυτό το "Γονατίστε" υπήρχε όλο το δράμα της Ελισάβετ. Δεν είχε ανάγκη από σκηνοθέτη, δημιουργούσε μόνη της το ρόλο. Αλλά είχε οπωσδήποτε ανάγκη από ένα τρίτο μάτι για να την προειδοποιεί, ώστε να προσέχει μήπως το βάρος του ταλέντου της σπάσει τα αδύνατα καλούπια. Την άκουσα ν' απαγγέλει την "Στέλλα Βιολάντη" μπροστά σε μια κόκκινη βελούδινη κουρτίνα, φορώντας ένα ροζ φόρεμα του 1880, που της είχα σχεδιάσει. Εκεί κατάλαβα τι ήταν το παλιό θέατρο και ότι ο στόμφος ήταν αληθινή συγκίνηση και όχι φαμφαρονισμός.[...]
Την κατηγορούσαν έντονα ορισμένοι κύκλοι, γιατί έπαιζε την "Ηλέκτρα" του Χόφμανσταλ κι όχι εκείνη του Σοφοκλή. Ξεχνούσαν οι φανατικοί άνθρωποι, ότι αν δεν έπαιζε την "Ηλέκτρα" του Χόφμανσταλ και τη "Μήδεια" του Γκρημπάτσερ, το παίξιμο της αρχαίας τραγωδίας θα ήταν ακόμη στο στυλ του Μιστριώτη. Το ελληνικό θέατρο έφθασε να παίζει τις τραγωδίες σαν έργα τέχνης, χάρη σ' αυτές τις παραστάσεις της Κοτοπούλη, που τα μετέφερε όλα στα καθ΄ ημάς, ακόμη και με την "Ιφιγένεια εν Ταύροις" του Γκαίτε.
Μας καταλαμβάνει ολόκληρους η Μαρίκα Κοτοπούλη, γεννημένη πάνω στη σκηνή και για τη σκηνή. Όπως όλοι αυτοί που δημιούργησαν το ελληνικό θέατρο, αγωνίστηκε να φέρει κάθε τι το ξένο, ως απαραίτητο υλικό, για να χτιστεί το νεοελληνικό θέατρο. Η αδυναμία να μιμηθείς ένα πρότυπο τέλεια, είναι η βάση κάθε δημιουργίας, όταν υπάρχει ταλέντο, βέβαια. Θα 'πρεπε ίσως, να ομολογήσουμε πως η μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη δεν ήταν για όλα τα έργα. Όντας μεγάλη ήταν μόνο για τα μεγάλα. Θαυμάζοντας ορισμένες παριζιάνες θεατρίνες, έπαιζε τα έργα που έπαιζαν, ενώ δεν ήταν γι αυτήν. [...]
Η Κοτοπούλη ήταν ένας τύπος λαϊκός κι ας σύχναζε στο παλάτι. Η αντίληψή της για το παλάτι ήταν ιερή. Δεν ήθελε να συζητήσει την παράδοση του θεσμού, δεν μπορούσε ν' αρνηθεί την αξία ενός θεσμού που σέβονταν πολλά σημαντικά κράτη. Ήταν παραδεκτή απ' όλους για την τέχνη της και τη βαθύτητά της. Άσχετο αν δήλωνε βασιλικιά. Έκανε παρέα μ' όλο τον κόσμο, ασχέτως κομμάτων. Όταν ο ηθοποιός Γιώργος Παππάς αναζητήθηκε σε κείνη από τους χίτες, η Κοτοπούλη είπε: "Δεν ξέρω που κρύβεται, αλλά κι αν ήξερα δεν θα σας έλεγα. Δεν θα καταδιώξω ποτέ καταδιωκόμενους". Τους αριστερούς ηθοποιούς πάντοτε τους προστάτευε και τους βοηθούσε στα κυνηγητά τους, από χίτες και Γερμανούς. Τηλεφωνούσε εδώ κι εκεί, για να τους ελευθερώνει μετά τις συλλήψεις τους. "Είναι απαραίτητοι στο θέατρο" έλεγε. Έτσι καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

"O κακός δρόμος"


Απόκομμα από το περιοδικό "Κινηματογραφικός Αστήρ" με ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 1924, απ' το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τη λατρεία που έτρεφαν κοινό και κριτικοί, στο πρόσωπο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η ίδια δεν είχε εκδηλώσει ποτέ ενδιαφέρον να παίξει στον κινηματογράφο, άλλωστε βρισκόταν ακόμα στα σπάργανά του και οι βουβές, ακόμα τότε, ταινίες, μολονότι ως προσπάθειες μπορούσαν να χαρακτηριστούν επιτυχείς, το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα θα ήταν εύλογο να θεωρείται μέτριο από μια ηγερία της σκηνής. Ωστόσο, η Κοτοπούλη υπέκυψε στα κελεύσματα των καιρών και περίπου μια δεκαετία μετά, έπαιξε στον κινηματογράφο, για μια και μόνη φορά. Η ταινία ήταν ομιλούσα και είχε γυριστεί εξολοκλήρου στην Κωνσταντινούπολη. Επρόκειτο για το μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου "Ο κακός δρόμος", που ήδη είχε διασκευαστεί για το θέατρο και παίχθηκε με επιτυχία στο θέατρο "Κεντρικόν" από τον κοινό θίασο Κυβέλης - Κοτοπούλη το 1932.
Παρά τη μοναδικότητα να διαθέτει στο επιτελείο της τις δυο μεγαλύτερες μορφές του θεάτρου της εποχής, η ταινία δέχτηκε μάλλον αρνητικές κριτικές, κάτι που επιβεβαιώνει τις αρχικές αντιρρήσεις της Κοτοπούλη, ως προς τη συμμετοχή της στην "έβδομη τέχνη". Στην κριτική του περιοδικού "Κινηματογραφικός Αστήρ" που υπογράφει ο Λώρος Φαντάζης, την επομένη της προβολής της ταινίας στην Αθήνα, διαβάζουμε τα εξής...
Ασφαλώς οι περισσότεροι των αναγνωστών μας θα παρηκολούθησαν προ τίνος την προβολή της ελληνιστί ομιλούσης τουρκικής ταινίας "Ο κακός δρόμος", παρασυρθέντες βέβαια ως προς τούτο από το γεγονός ότι πρώτη καθ' αυτό φορά θ' άκουσαν την ελληνική γλώσσα σ' ομιλούντα κινηματογράφο και θ' απολάμβαναν, ταυτοχρόνως, από της οθόνης και το παίξιμο των δύο κορυφαίων πρωταγωνιστριών μας, Μαρίκας και Κυβέλης. Ωρισμένως δε, προς τοις άλλοις, μαζί με τα συναισθήματα της υπέρτατης αηδίας και αγανακτήσεως που θα προσεκόμισαν, θα τους εγεννήθηκε και η εύλογη περιέργεια : ποίος, δηλαδή, τυγχάνει ο σκηνοθέτης του φρικώδους αυτού τερατουργήματος, αφού τ' όνομά του πουθενά δεν ανεγράφετο. Και πράγματι, η απορία αυτή ακόμη θα αυξήθηκε για όσους θα γνώριζαν ότι ρεζισέρ ήταν ο τούρκος Ερτογρούλ Μουσχίν Βέης (που επραγματοποίησε τα, ας μας συγχωρεθεί ο χαρακτηρισμός, φιλμς "Μια νύχτα στη Σταμπούλ", "Χορ - χορ - Αγάς" κ.λ.π., όχι δε, ως πληροφορούμεθα, τον "Ζητιάνο της Σταμπούλ", η σκηνοθεσία του οποίου ανήκε εις γνωστό βοηθό του Ρενέ Κλαίρ) και όχι ο κ. Γαζιάδης, ο οποίος και μετέβη, προσκληθείς, στην Κων/πολι, με την πρόοψι να σκηνοθετήσει αυτός τον "Κακό δρόμο".
Ο εθνικιστικός οίστρος του συγγραφέα είναι βέβαια εμφανής, απόρροια ίσως των έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων της εποχής, που δεν άφησαν ανέγγιχτες τις δυο μεγάλες πρωταγωνίστριες. Με αφορμή τις πολιτικές τους τοποθετήσεις - η Μαρίκα ήταν φανατική βασιλόφρων και η Κυβέλη δηλωμένη Βενιζελική - οι αντίπαλοί τους ξεσπούσαν κατά καιρούς σε αγριότητες, που προσέβαλαν τις προσωπικότητες των δυο γυναικών και έθεταν σε κίνδυνο ως και τη σωματική ακεραιότητά τους.
Δυστυχώς, η ταινία δεν σώζεται για να μπορούμε να κρίνουμε την καλλιτεχνική της αξία και είμαστε αναγκασμένοι να βγάζουμε συμπεράσματα απ' τις διχασμένες κριτικές. Σπανιότατο έως ανύπαρκτο, είναι και το οπτικοακουστικό υλικό που αφορά τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Εκτός από κάποια φωτογραφικά ντοκουμέντα και λιγοστές συνεντεύξεις της στον τύπο, το μόνο υλικό που διαθέτουμε για τη Μαρίκα Κοτοπούλη και τις αδερφές της, είναι οι μνήμες όσων έζησαν μαζί τους ή βρέθηκαν κάποια στιγμή κοντά τους. Η μοίρα - αλλά και η γοητεία - του θεάτρου... να υπάρχει για τη στιγμή. Ό,τι ακολουθεί είναι φήμη...

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1886 : Γεννιούνται οι δίδυμες αδερφές Κοτοπούλη, Χρυσούλα και Φωτεινή.
1887 : Στις 3 Μαΐου γεννιέται στην Αθήνα η Μαρίκα Κοτοπούλη
1890 : Η πρώτη εμφάνιση της Μαρίκας Κοτοπούλη στο θέατρο, με τον περιοδεύοντα θίασο "Πρόοδος" των γονιών της, στο έργο "Ο αμαξηλάτης των Άλπεων".
1894 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη πατά και επισήμως για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι, ερμηνεύοντας το ρόλο μιας μαθήτριας στην επιθεώρηση "Λίγο απ' όλα". Εκεί, η επτάχρονη Μαρίκα τραγούδησε το "Η κυρά μας η δασκάλα" και χάλασε κόσμο.
1898 : Σε ηλικία 11 ετών η Μαρίκα Κοτοπούλη ερμηνεύει, με μεγάλη επιτυχία, το ρόλο της Κυρά - Γιάννενας στον "Αγαπητικό της βοσκοπούλας" του Κορομηλά.
1901 : Στις 25 Αυγούστου, ο θίασος "Πρόοδος" ανεβάζει στο θέατρο "Ομόνοια", το θεατρικό έργο του Ζωρζ Ονέ "Ο αρχισιδηρουργός". Στο ρόλο της Κλαίρης η νεαρή Μαρίκα Κοτοπούλη.
1901 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη συμμετέχει στην πρώτη επιθεώρηση των "Παναθηναίων", με νούμερα του Μπάμπη Άννινου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
1902 : Η δεκαπεντάχρονη Μαρίκα Κοτοπούλη προσλαμβάνεται στο νεοϊδρυθέν "Βασιλικό Θέατρο" και κάνει το ντεμπούτο της, ερμηνεύοντας το ρόλο του Πουκ στο "Όνειρο θερινής νυκτός" του Σαίξπηρ.

Ακολουθεί η θεατρική περίοδος που θα την καθιερώσει ως πρωταγωνίστρια, με θαυμάσιες ερμηνείες σε ρόλους κλασσικού ρεπερτορίου : Δυσδαιμόνα στον "Οθέλο", Φλοριζέλ στο "Χειμωνιάτικο παραμύθι", Βιόλα και Σεβαστιανός στη "Δωδέκατη νύχτα", Πόρσια στον "Έμπορο της Βενετίας", Κατερίνα στο "Ημέρωμα της στρίγκλας", Εύα στη "Σπασμένη στάμνα" του Κλάιστ, Αδέλα στο "Δεν παίζουν με τη φωτιά" του Στρίντμπεργκ, Ματθίλδη στους "Νεόνυμφους" του Μπγιέρνσον, Βέρθα στο "Στοιχειό του πύργου" και Ηρώ στο "Ηρώ και Λέανδρος" του Γκριλπάρτσερ, Φραγκίσκα Βέρμελσκιρχ στον "Αμαξά Ένσελ" του Χάουπτμαν, Μαργαρίτα στον "Φάουστ" και Ιφιγένεια στην "Ιφιγένεια εν Ταύροις" του Γκαίτε κλπ. Κατά τη θητεία της στο "Βασιλικό θέατρο" (1902 - 1906, 1907-1908) θα παίξει και σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, που άφησαν εποχή. Αθηνά στις "Ευμενίδες", Θεραπαινίδα της Ιοκάστης στον "Οιδίποδα Τύραννο" και Αντιγόνη στον "Οιδίποδα επί Κολωνώ" του Σοφοκλή, Αντιγόνη στις "Φοίνισσες" του Ευριπίδη και μια απ' τις "Χοηφόρες" στην "Ορέστεια" του Αισχύλου, σε μετάφραση Σωτηριάδη, που προκάλεσε τα "Ορεστειακά" του 1903.
1905 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη αποχωρεί από το Βασιλικό Θέατρο, κατόπιν απροσδόκητης παρέμβασης του αυλάρχη Θων, που της αφαίρεσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο "Μόνα Βάνα", που της είχε δοθεί αρχικά, από τον δάσκαλό της και σκηνοθέτη της παράστασης Θωμά Οικονόμου.
1907 : Λήγει οριστικά η συνεργασία της Μαρίκας Κοτοπούλη με το "Βασιλικό Θέατρο". Επιστρέφει για λίγο στο θίασο του πατέρα της ερμηνεύοντας Ελίντα Βάγκελ στο Ιψενικό δράμα "Η κυρά της θάλασσας" και Μαγδαλινή στη "Μάγδα" του Σούντερμαν.
1907 : Συμπράττει με τον Ευτύχιο Βονασέρα, με τον οποίο ανεβάζει πολλά νεοελληνικά έργα, όπως "Αρχιτέκτονας Μάρθας" του Παύλου Νιρβάνα, "Ο γιός του ίσκιου" του Σπύρου Μελά, "Η νέα γυναίκα" της Καλλιρόης Παρρέν, αλλά και την "Κυρία του Μαξίμ" του Φεϊντό και τον "Κλέφτη" του Μπέρνσταϊν.

1908 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη εγκαθίσταται μόνιμα στο θέατρο της Ομονοίας, που ως τότε στέγαζε τη "Νέα Σκηνή" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και συνεργάζεται με όλους τους πρωταγωνιστές της εποχής.
1908 : Στις 29 Αυγούστου ανεβαίνει στο θέατρο της Ομόνοιας, το θεατρικό έργο "Τα τρία φιλιά", που έγραψε ιδικά για τη Μαρίκα Κοτοπούλη ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος.
1908 : Η Χρυσούλα Κοτοπούλη παντρεύεται τον ηθοποιό και θιασάρχη Μήτσο Μυράτ. Στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, φέρνει στον κόσμο το πρώτο της παιδί, τον μετέπειτα ηθοποιό, σκηνοθέτη, θιασάρχη και θεωρητικό του θεάτρου Δημήτρη Μυράτ. Την περίοδο αυτή, η Μαρίκα θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα γνωριστεί με τον Ίωνα Δραγούμη, τον μεγάλο της έρωτα.
1908 : Στα "Παναθήναια του 1908", την επιθεώρηση σε τρεις πράξεις (με 15 τραγούδια του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και κείμενα των Τσοκόπουλου - Άννινου) που ανεβάζει στο θέατρο "Νέα Σκηνή" ο θίασος Σαγιώρ, η Μαρίκα Κοτοπούλη ερμηνεύει το κλασσικό νούμερο "Παρωδία της Γκέισας" και το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι "Εγώ είμαι η νέα γυναίκα". Στην ίδια παράσταση, οι αδερφές της, Χρυσούλα Μυράτ και Φωτεινή Λούη, ερμήνευσαν το τραγούδι "Αι δύο Αθήναι".

1909 : Στις αρχές της χρονιάς, η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει στο θέατρο της Ομόνοιας, την "Ξανθή περούκα" του Τσέχωφ σε διασκευή Γρηγορίου Ξενόπουλου κι αμέσως μετά, στις 10 Ιουνίου, για πρώτη φορά στην Αθήνα, τη "Στέλλα Βιολάντη". Στις 25 Ιουνίου ανεβαίνουν και τα "Παναθήναια του 1909" με κύριο θέμα τη μετανάστευση στην Αμερική. Η Μαρίκα Κοτοπούλη τραγουδά τη "Μαριορή", τη "Μενιδιάτισσα", το "Όλοι στο ντουφέκι" και το "Παράρτημα" του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

1910 : Από τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, η Μαρίκα Κοτοπούλη παρουσιάζει παράλληλα και κάποια νεοελληνικά θεατρικά έργα, όπως "Η πρωθυπουργίνα", "Ο εύθυμος χήρος", Ο άνθρωπος της ημέρας" του Τίμου Μωραϊτίνη και την επιθεώρηση "Ο κομήτης του Χάλεϋ".
1911 : Η Κοτοπούλη στο ρόλο της "Λυσιστράτης" του Αριστοφάνη, που ανεβαίνει σε Γαλλική διασκευή και - για πρώτη φορά - στο ρόλο της Ηλέκτρας στο ομώνυμο έργο του Χόφμανσταλ.

1912 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη γίνεται και επίσημα θιασάρχης κι ανεβάζει πρωτοποριακές παραστάσεις ευρωπαϊκών θεατρικών έργων. Παράλληλα, εντείνεται η "καλλιτεχνική διαμάχη" Κοτοπούλη - Κυβέλης, με το ταυτόχρονο ανέβασμα ίδιων έργων, όπως "Ο μπαμπάς" των Ντε Φλερ και Καγιαβέ, "Νανά" του Ζολά και "Η κυρία με τας καμελίας" του Αλεξάνδρου Δουμά.
1913 : Στο θέατρο της Ομόνοιας, ο θίασος Κοτοπούλη ανεβάζει την επιθεώρηση "Πολεμικά Παναθήναια", των Άννινου - Τσοκόπουλου, με μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Η Μαρίκα ερμηνεύει την "Αγγλίδα δημοσιογράφο" και την "Επιστρατεία" ενώ οι δίδυμες το νούμερο "Φωτιά και ειρήνη".
1914 : Στις 12 Ιουνίου ανεβαίνουν τα "Παναθήναια του 1914" του καθιερωμένου πλέον κύκλου επιθεωρήσεων. Η Μαρίκα Κοτοπούλη ερμηνεύει την "Αθήνα" του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
1915 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη παρουσιάζει την "Καινούρια ζωή" του Μιλτιάδη Ιωσήφ και την "Παναγία Κατηφορίτισσα" του Παντελή Χορν. Παράλληλα, παρουσιάζονται και τα "Παγκόσμια Παναθήναια του 1915". Η Φωτεινή Λούη και η Χρυσούλα Μυράτ τραγουδούν το "Αι κυρίαι του Καμπαρέ", ενώ η Μαρίκα το "Αλεκάκι".
1916 : Στην αρχή της χρονιάς, ανεβαίνει στο θέατρο Κοτοπούλη "Η τιμή του αδερφού" και την επόμενη σαιζόν "Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας" του Ξενόπουλου. Στα "Παναθήναια του 1916" που ανέβηκαν το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, οι δίδυμες τραγουδούν το "Οι προπαγάνδες" και η Μαρίκα τα τραγούδια "Η ανθοπώλις", "Απάχης" "Δακτυλογράφος γραμματεύς" και "Βαρκαρόλλα" του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
1917 : Ανακαινίζεται και διαμορφώνεται σε χειμερινό, το θερινό θέατρο της Ομόνοιας. Τα επόμενα χρόνια θα ερμηνεύσει εκεί, μεταξύ άλλων, την Έντα Γκάμπλερ στο ομώνυμο έργο του Ίψεν, τη Λαίδη Μάκβεθ στον "Μάκβεθ" του Σαίξπηρ και την Αρκάντινα στον "Γλάρο" του Τσέχωφ. Παράλληλα, στο θέατρο "Πανελλήνιον" της Πανεπιστημίου, ο θίασος Κοτοπούλη ανεβάζει την επιθεώρηση "Πανόραμα του 1917". Εκεί ακούγεται το τραγούδι του Σακελλαρίδη "Η δασκάλα της μουσικής" σε στίχους Τίμου Μωραϊτίνη, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
1919 : Πεθαίνει ο πατέρας των κοριτσιών, Δημήτριος Κοτοπούλης.
1920 : Στις 31 Ιουλίου δολοφονείται ο Ίων Δραγούμης. Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέφτει σε βαρύ πένθος.
1922 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη παντρεύεται τον θεατρικό επιχειρηματία Γιώργο Χέλμη.
1923 : Απονέμεται στη Μαρίκα Κοτοπούλη το "Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών".
1924 : Στο θέατρο της Ομόνοιας ανεβαίνει ο "Καραγκιόζης" του Συναδινού, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στον ομώνυμο ρόλο και ο "Άμλετ" του Σαίξπηρ, με το Μήτσο Μυράτ (Άμλετ) και (Οφηλία) τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
1925 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη συναντά στο Παρίσι τον συγγραφέα-δημοσιογράφο και ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά. Μετά την επιστροφή της, προσεγγίζει τον κουνιάδο της Μήτσο Μυράτ και οι τρεις τους θέτουν τις βάσεις της "Ελευθέρας Σκηνής". Η Μαρίκα Κοτοπούλη Αρετούσα στον "Ερωτόκριτο" του Βιτσέντζου Κορνάρου και Βασίλισσα Μαργαρίτα στον "Ριχάρδο Γ'" του Σαίξπηρ.
1926 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη ξαναπαίζει Λαίδη Μάκβεθ, με τον Αμίλιο Βεάκη στον επώνυμο ρόλο του Σαιξπηρικού δράματος. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ανεβάζει την επιθεώρηση "Νέα Μπαλαρίνα" όπου ακούγονται τα τραγούδια "Η διαφορίτσα" και "Τα κοντοφουστανάκια" σε μουσική Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους Αιμίλιου Δραγάτση, ερμηνευμένα από την ίδια.
1927 : Οργανώνονται οι πρώτες "Δελφικές Γιορτές" από το ζεύγος Σικελιανού. Η Μαρίκα Κοτοπούλη πρωταγωνιστεί στην "Εκάβη" του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, στο Παναθηναϊκό στάδιο.
1929: Στις 31 Μαρτίου δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Νέα Εστία" το μανιφέστο των ιδρυτών της "Ελευθέρας Σκηνής" Την πρώτη επίσημη παράσταση του θεατρικού οργανισμού, με το έργο "Ντιμπούκ" του Αν Σκι, επενδύει μουσικά η Κατίνα Παξινού.
1929 : Η δεύτερη παράσταση της "Ελευθέρας Σκηνής" με το έργο "Σιμούν, ο ίσκιος του κακού" του Ανρί Λενορμάν, ο οποίος παρίστατο καθ' όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας της, με έξοδα της Μαρίκας Κοτοπούλη.
1930 : Τον Οκτώβριο η Μαρίκα Κοτοπούλη αναχωρεί για μεγάλη περιοδεία στην Αμερική, παρουσιάζοντας σε θέατρα της Νέας Υόρκης και άλλων μεγαλουπόλεων, τα έργα "Η σκιά" του Νικοντέμι, "Εωτόκριτος" του Κορνάρου, "Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας" του Κορομηλά, "Στο πανηγύρι" του Παντελή Χορν, "Στέλλα Βιολάντη" του Ξενόπουλου, "Ηλέκτρα" του Χόφμανσταλ, "Ο αγνός γλεντζές" των Άρνολντ και Μπαχ, "Ιφιγένεια εν Ταύροις" του Γκαίτε και "Καραγκιόζης" του Συναδινού.

1931 : Ξεκινά η συνεργασία της Μαρίκας Κοτοπούλη με την Κυβέλη (Αδριανού). Παρουσιάζουν με μεγάλη επιτυχία τη "Μαρία Στιούαρτ" του Σίλερ, όπου η Κοτοπούλη ερμήνευσε την Ελισάβετ και η Κυβέλη τη Μαρία Στιούαρτ, σε μια αναμέτρηση που έγραψε ιστορία στο ελληνικό θέατρο.
1932 : Στις 19 Απριλίου ανεβαίνει στο θέατρο «Kεντρικόν» το έργο του Μπέρναρ Σω "Το επάγγελμα της κυρίας Γουώρεν", με τους Μαρίκα Κοτοπούλη, Κυβέλη, Βασίλη Λογοθετίδη, Χρήστο Τσαγανέα, Γιώργο Παππά, Μελίνα Μερκούρη, Γιώργο Αποστολίδη κ.ά.
1932 : Γυρίζεται στην Κωνσταντινούπολη "Ο κακός δρόμος" η μοναδική ταινία στην οποία εμφανίστηκε η Μαρίκα Κοτοπούλη. Παράλληλα, ο κοινός θίασος Κοτοπούλη - Κυβέλης παρουσιάζει τον "Γυρισμό" από την τριλογία του Ευγένιου Ο' Νηλ "Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα", τη "Βροχή" του Σώμερσετ Μωμ, το "Σαββατοκύριακο" του Νόελ Καουαρντ, καθώς και έργα ελλήνων συγγραφέων.
1933 : Προβάλλεται στην Ελλάδα η ελληνοτουρκική συμπαραγωγή "Ο κακός δρόμος", βασισμένη σε μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου και με πρωταγωνίστριες τις δυο ηγερίες του θεάτρου, Μαρίκα Κοτοπούλη και Κυβέλη.
1934 : Η Χρυσούλα (Κοτοπούλη) Μυράτ αποχωρεί από το θέατρο.

1936 : Εγκαινιάζεται το πολυτελές και υπερσύγχρονο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex", ενώ το ιστορικό θέατρο της Ομόνοιας μετατρέπεται, για τις ανάγκες της εποχής, σε κινηματογράφο.
1937 : Συνεργασία με τον μαθητή του Ζαν Κοκτώ, σκηνοθέτη Γιαννούλη Σαραντίδη. Ο θίασος της Κοτοπούλη γίνεται ημικρατικός, με απόφαση του Ιωάννη Μεταξά.
1938 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη συνεργάζεται με το Γιώργο Παππά στην κωμωδία του Σόμερσετ Μωμ "Η Λαίδη Μπέτση εξοφλεί" που ανεβαίνει στο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex". Στις 9 Μαρτίου του ίδιου χρόνου κάνει πρεμιέρα το "Έκτο πάτωμα" του Αλφρέντ Ζερί.
1939 : Απονέμεται στη Μαρίκα Κοτοπούλη η τιμητική περγαμηνή της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
1941 : Κατόπιν προτροπής του Κωστή Μπαστιά, η Μαρίκα Κοτοπούλη αποφασίζει να ιδρύσει μια Δραματική Σχολή, η οποία όμως δεν θ' αντέξει στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και θα κλείσει έναν χρόνο μετά. Παρ' όλα ταύτα, πρόσφερε στο θέατρο σημαντικούς ηθοποιούς όπως η Έλλη Λαμπέτη, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο σκηνοθέτης Μίνως Βολανάκης.
1942 : Η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει τη "Μαντάμ Μπωβαρύ" του Γκυστάβ Φλωμπέρ, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.
1949 : Η μοναδική συνεργασία της Μαρίκας Κοτοπούλη με το "Εθνικό Θέατρο", ως Κλυταιμνήστρα στην "Ορέστεια" του Αισχύλου, που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Οι ηθοποιοί του Εθνικού της απονέμουν ένα χρυσό μετάλλιο με τη μορφή της Κλυταιμνήστρας. Η ίδια ζήτησε να καθιερωθεί αυτό το μετάλλιο, ως επαμειβόμενο έπαθλο και να απονέμεται ανά διετία σε μια νέα πρωταγωνίστρια. Έτσι, το 1951 η επόμενη που το παραλαμβάνει απ' τα χέρια της, είναι η αγαπημένη της μαθήτρια Έλλη Λαμπέτη.
1950 : Ανεβαίνει το θεατρικό έργο "Μις Μέιμπελ" σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ, με τους Μαρίκα Κοτοπούλη, Χρήστο Τσαγανέα, Λάμπρο Κωνσταντάρα κ.ά.
1952 : Πραγματοποιείται η τελευταία εμφάνιση της Μαρίκας Κοτοπούλη στη σκηνή, με το θεατρικό έργο του Νικοντέμι "Σκιά".
1954 : Στις 11 Σεπτέμβριου πεθαίνει η Μαρίκα Κοτοπούλη
1975 : Πεθαίνει η Φωτεινή (Κοτοπούλη) Λούη
1976 : Πεθαίνει η Χρυσούλα (Κοτοπούλη) Μυράτ

Το παρόν χρονολόγιο συμπληρώθηκε με κόπο, από πληροφορίες που συγκέντρωσα εδώ κι εκεί.
Παρακαλώ, όποιον φίλο αναγνώστη έχει να προσθέσει ή να διορθώσει κάτι, να το καταθέσει στα σχόλια και θα φροντίσω να το μεταφέρω.
Θα ακολουθήσει αφιέρωμα στις αδερφές Κοτοπούλη, που το παλεύω πριν το Πάσχα, φευ...

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Αντίο "κυρία" Μπεάτα !

Το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα, στα 77 της χρόνια, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια η Μπεάτα Ασημακοπούλου. Η γνωστή ηθοποιός έφυγε ήσυχα, όπως ήσυχα έζησε και εργάστηκε στο αδηφάγο περιβάλλον του θεάματος.
Το ντεμπούτο της στο θέατρο πραγματοποιήθηκε το 1955 στη γαλλική μουσική κωμωδία "Δημόσιο σκάνδαλο", πλάι στον δάσκαλό της Τάκη Μουζενίδη. Αργότερα συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της εποχής ( με τη Μαρίκα Κρεββατά, τον Κώστα Χατζηχρήστο, το Μίμη Φωτόπουλο, τη Σμαρούλα Γιούλη, την Κάκια Αναλυτή και τον Κώστα Ρηγόπουλο, τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τη Νόνικα Γαληνέα κ.ά.) κι έπαιξε σε έργα ξένων και ελλήνων θεατρικών συγγραφέων. Το 2000, μετά από εντεκάχρονη απουσία από τη σκηνή, πρωταγωνίστησε στο έργο του Νίκι Σίλβερ, "Anorexia Nervosa" που σκηνοθέτησε ο πρόσφατα εκλιπών Χρήστος Ευθυμίου, στο θέατρο "ΗΒΗ".

Στον κινηματογράφο, εμφανίστηκε για πρώτη φορά επίσης το 1955, στην ταινία "Καταδικασμένη κι απ' το παιδί της". Ήταν μια όμορφη μελαχρινή γυναίκα, γοητευτική, φωτογενής, με κλασσική κατατομή και παράστημα. Αυτό το όμορφο πρόσωπο όμως, δεν ήταν ιδιαίτερα εύπλαστο. Η Μπεάτα Ασημακοπούλου ακολούθησε ένα μονίμως σοβαρό, αποστασιοποιημένο, σχεδόν δωρικό στυλ παιξίματος, ακόμα και στις κωμωδίες που συμμετείχε, ως αρραβωνιαστικιά κι αργότερα ως σύζυγος, πλάι σε γνωστούς πρωταγωνιστές, όπως ο Νίκος Σταυρίδης, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας κ.ά. κυρίως σε ταινίες του Ορέστη Λάσκου, ενός από τους πρώτους δημιουργούς του ελληνικού κινηματογράφου, τον οποίο και παντρεύτηκε το 1960. Δυστυχώς όμως, οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές, είτε επρόκειτο για δράματα -τα γνωστά "μελό" της δεκαετίας του '60 - είτε για κωμωδίες, βασίζονταν σε μέτρια έως κακά σενάρια. Εξαίρεση, οι ηθογραφικές κωμωδίες που είχαν ήδη γνωρίσει επιτυχία στο θέατρο και με κάποιες σεναριακές τροποποιήσεις, μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο. Θα τη θυμόμαστε στον μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο της "αριστοκράτισσας" με την τράπουλα στο χέρι, συζύγου του Παπαφρονιμόπουλου (Διονύση Παπαγιαννόπουλου) κι ένοικο του ρετιρέ της οδού "Στουρνάρα 288", της ομώνυμης ταινίας του Ντίνου Δημόπουλου (...μεταφορά του θεατρικού έργου των Τσιφόρου - Βασιλειάδη), απ' όπου και η φωτογραφία της.



ΣΗΜ. Κατά σύμπτωση -μάλλον, εφόσον είχε ήδη προαναγγελθεί στο πρόγραμμα της τηλεόρασης - απόψε προβάλλεται στην ΕΤ3, η ταινία του Ορέστη Λάσκου "Τρίτη και 13" με τους Νίκο Σταυρίδη, Γιάννη Γκιωνάκη και Μπεάτα Ασημακοπούλου.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΑΠOΨΕ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ...

... μιας και γενεθλιάζουμε !



Πότε - κι από που, αλήθεια, αφού είχα φροντίσει να κλείσω ως και τις χαραμάδες - μπήκε η άνοιξη, πότε ξυπνήσαν τα ζουζούνια, πότε ανθίσαν οι καμπανούλες, πότε έφθασε το Μεγαλοβδόμαδο κι η αποφράς ημέρα, που το πτωχό, πλην τίμιο, ζωύφιο το πήρε και το σήκωσε η χρονοστιβάδα και του φόρτωσε μια ντουζίνα μήνες στα φτεράκια του, δεν κατάλαβα. Αλλά ας τα πάρουμε απ' την αρχή...

Ήμουν μια μικρούλα κανθαρίς
Τ’ όνομα που μου ‘δωσαν …Clarice
Η μαμά σαν μ’ έκαμε, θαρρείς
κι ούρλιαζε ωσάν οτομοτρίς,
θα ‘ταν δε, Τρίτη και δεκατρείς
του Απριλίου, μήνα της Λαμπρής.

Στα δώδεκα με φίλησε ο Πετρής,
μα για παντρειές ήταν νωρίς,
έτσι, αντιρρήσεις βρήκα τρεις :
πως ήταν αλήτης και μπεκρής
κι είχε στα μαλλιά του …πιτυρίς
Πάει αυτός και ψάξε να τον βρεις

Τάχιστα, βρεθήκαν άλλοι τρεις,
μα η γκαντεμιά μου σπάει παρμπρίς.
Ο ένας βγήκε ολίγον τι Ριρής,
ο δεύτερος εχάθη απ’ το Greece,
τον άλλο τον επήρε η πατρίς...
Μη μου τους θυμίζεις, να χαρείς.

Τώρα πλέον, ως πεσούσα δρυς
- τι με μένα κόσμε, τι χωρίς -
Πίπτω, όπως μειώνεται η χλωρίς,
δια να είν' ο ορίζοντας ευρύς,
λεύτερα ν’ απλώνει την … αρίς
άπασα νεωτέρα κανθαρίς.

Αυτή ήτο "μια περιγραφή... λεπτομερής" δια να ξεύρετε και οι νέοι φίλοι και αναγνώστες τουτουνού του ιστολογίου, με τι "σόι πράμα" έχετε να κάνετε (...να μη λέτε μετά πως δε σας προειδοποίησα... να 'μαστε ξηγημένοι ). Δεν σκόπευα να το κάνω θέμα, αλλά έγινε από μόνο του (...εδώ έγινε ολόκληρο θεατρικό έργο, θα μου πείτε). Κατσαρίδα πάντως, όλως παραδόξως, όσο κι αν έψαξα δε βρήκα στα καρτούνς που κατακλύζουν τον εσυσουλήνα. Περίεργο μου φαίνεται, διότι οι μάστορες του είδους έχουν δώσει κατά καιρούς ανθρώπινη μορφή και ιδιότητες, σχεδόν σε όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου. Βρήκα όμως κάμπια... σ' ένα πολύ όμορφο και λίαν επίκαιρο -παραβλέψτε τα κάλαντα στην αρχή κι είμαστε ΟΚ - βιντεάκι, το οποίον και σας κερνώ, ελλείψει τούρτας...



Εδώ επίσης, μπορείτε να αυτοσχεδιάσετε ελεύθερα κι εσείς και να μας αφήσετε δωράκια, που πολύ μας αρέσουν και εκτιμούμε και θα τ' "ανεβάσουμε" πάραυτα εις περίοπτον θέσιν (...πάνω στην παλιά σερβάντα της γιαγιάς και πλάι στο σκιάδιον του παππού). Αφήστε ό,τι θέλετε... στιχάκια, βιντεάκια, σκιτσάκια, φωτογραφίες και τα τοιαύτα. Μόνο αρώματα - σε συσκευασία εντομοκτόνου - δεν δεχόμεθα, διότι από την θέσιν ταύτην, λίγο δύσκολο να λάβετε το αντίτιμον, που απαιτεί το έθιμον.

Το πρώτο πανεράκι έφτασε κιόλας, πρωί πρωί με τη δροσούλα από τας εξοχάς, όπου βρίσκεται το νεώτερο μέλος της παρέας, ο "ομόγουστος" και "συνγενεθλιάζων" Seirios
Δεν ξέρω ποιό να πρωτοδιαλέξω για ανάρτηση... "Ας πάει και το παλιάμπελο, δε νοιάζομαι σταλιά", θα τ' ανεβάσω και τα τρία κι ας κρασάρει ο σέρβερ :-) Χαλάλι τους...







Το δεύτερο πεσκέσι μπορεί να ήρθε σε κατάμαυρο κιβώτιο, αλλά - έτσι για τσαχπινιά - είναι τυλιγμένο με κατακόκκινη κορδέλα. Αποστολέας ο πάντα ευφάνταστος presuntos
Παραμερίζω την ευχετήρια καρτούλα με τη νεκροκεφαλή κι ανοίγω το περτικαλί κουτάκι...



Ώρα είναι όμως, ν' ανοίξουμε όλοι μαζί, το ανεκτίμητο δώρο της άφταστης στιχοπλόκας pink floyd



Το άνοιγμα των δώρων συνεχίζεται... Στο καλαθάκι που μας έστειλε ο αγαπητός Rena Fan ανακαλύψαμε κάτι παλιό... "πόρτα Παράδεισου, φιδιού το δέρμα. Κανάτι πήλινο, σε καπηλειό / κι ένα παράθυρο, να πέφτει γέρμα", που μόνο η Λίνα Νικολακοπούλου ξέρει να περιγράφει.
Ο φίλτατος epikuros μας χάρισε τους εξαίσιους στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, τραγουδισμένους μοναδικά από τη δυναμική φωνή της Νατάσας Μποφίλιου, από τους οποίους ξεχωρίζω δυο-τρεις στροφές, προς χάριν οικονομίας...

Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει
να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.

Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.

Τέλος, η μεγαλύτερη έκπληξις ήρθε από τον αγαπημένο μου συνιστολόγο και το αναμενόμενον από συγγενή...

...ενώ ο αγαπητός webwalker με το δώρο του, μας έδωσε την ευκαιρία ν' ακούσουμε ευχές γενεθλίων, από τα στόματα τριών μεγάλων, αγαπημένων και αξέχαστων ηθοποιών... αυτοπρουσώπους...


Κώστας Δούκας: Γκουχ γκουχ... οι άνθρωποι συνηθίζουν να γιορτάζουν τα χαρμόσυνα γεγονότα ! Ας γιορτάσουμε λοιπόν κι εμείς αυτό το χαρμόσυνο...γεγονότο !
Μαρίκα Νέζερ: Στην υγειά της γενεθλιούσης... και γενικώς, στην υγειά πάντων και... "Παξών" !
Κώστας Χατζηχρήστος: Το λοιπόν... ΑΥΤΑ... εν συντονυμία !!!

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Τα θεατρικά του 1958

Μέσα από τις σελίδες των «Εικόνων» του 1958, μπορεί κάποιος να πάρει μια μικρή γεύση από τα θεατρικά τεκταινόμενα -εν Αθήναις και αλλαχού- υπό τη γραφίδα του Αχιλλέα Μαμάκη. Και πράγματι, οι παραστάσεις, οι πρωταγωνιστές, οι συγγραφείς, οι σκηνοθέτες, προσφέρουν μια σαφή εικόνα για τα χρυσά εκείνα χρόνια του θεάτρου. Φυσικά, υπάρχουν και τα «παραθεάτρικα» ή «παραλειπόμενα» που αποκαλύπτουν ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής…



Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗΣ, πο σημειώνει λως ξαιρετικ πιτυχία ς ψευτοπόλισμαν, ες τν καινούριαν κωμωδίαν το λέκου Σακελλάριου κα το Χρήστου Γιαννακόπουλου « λίας το 16ου», κατ φωτογραφίαν του πο λήφθη ες τν σταθμν το B.B.C. ταν πρύτανις τν κωμικν μας πεσκέφθη τν ούνιον τ Λονδίνον, στερα π τν νέαν του περιοδείαν στν μερικήν.


ς ρίξουμε λοιπν σήμερα μία ματι στς καλλιτεχνικς προετοιμασίες δι τν θεατρικν σαιζν πο θ γκαινιασθ μετ 21/2 περίπου μνες.


Λογοθετίδης


Μ λληνικν ργον θ ρχίση Λογοθετίδης, πο θ μφανισθ πάλιν στ θέατρον «θηνν». Μόνον πο πρύτανις τν κωμικν μας – ποος, στερα π τς ντιξοότητες το «Πολμαν», κάνει τώρα χρυσς δουλεες μ τν «λία το 16ου»- θ πρέπει ταν τελειώση καλοκαιριν σαιζόν, ν ποβληθ σ μία καινούρια πέμβαση, γι να κατάλοιπον τς περυσινς γχειρήσεως. κρατοσα μως ντύπωσις εναι τι στορία ατ δν πρόκειται ν χει χρονικ διάρκεια, πο ν πηρεάση τν ργασίαν το κορυφαίου μας καλλιτέχνου το γέλιου. ναφέρεται τι τ ργο νάρξεως θ γράψουν πάλιν ο συγγραφες τς τωρινς του πιτυχίας.


Τ θέατρο Μουσούρη


Κώστας Μουσούρης –πο τώρα πιχειρε τ καθιερωμένο καλλιτεχνικ ταξίδι του στν Ερώπη- θ μφανίση φέτος ς πρωταγωνίστρια το θιάσου μία λπιδοφόρο καλλιτέχνιδα τς καινούριας θεατρικς γενις: τν λίκη Βουγιουκλάκη. Μ ατν ς κεντρικ ρωΐδα θ νοίξη τ θέατρό του τν κτώβριο, παρουσιάζοντας ς πρτο ργο τν «Πυγμαλίωνα» το Μπέρναρ Σ, πο πετέλεσε λλοτε διαίτερη πιτυχία τς Βάσως Μανωλίδου. Θ κολουθήσει μία λαφρ κωμωδία το Φοντόρ, τ «Σκάνδαλο σ γυμνάσιο θυλέων», να διασκεδαστικ ργάκι, πο ρεσε λλοτε πολύ, ταν παίχθηκε πρ τν μ τν λλη Λαμπέτη κα παλαιότερα μ τν λίκη.


Τ «Θέατρο Τέχνης»


π τν Κάρολο Κον ργανισμς (πο στερα π κύκλο μφανίσεων στ Θεσσαλονίκη, στν Καβάλλα κα τν Βόλο, εναι τώρα πάλι στν θήνα κα τοιμάζεται ν ξαναπάει στ μακεδονικ πρωτεύουσα, γι ν παίξη στ κεί παίθριο «Δημοτικ Θέατρο») νήγγειλε κα γι τ νέα περίοδο να διαλεκτ ρεπερτόριο. Σ ατ πάρχουν δυ λληνικ ργα, να πο γράφεται πάλι π τν άκωβο Καμπανέλλη, τν θριαμβευτ τς «Αλς τν θαυμάτων», κα να λλο το νέου συγγραφέως Σεβαστίκογλου, πο εναι πολιτικς ατοεξόριστος κα μένει στ παραπέτασμα. Στ ξένα ργα πο συνθέτουν τ προσεχς δραματολόγιο το «Θεάτρου Τέχνης» εναι, σύμφωνα μ σχτικ νακοίνωσή του, τ ξς: « καλς νθρωπός του Σ Τσουν» το Μπρεχτ, πο μεταφράζεται δη π τν ποιητ δυσσέα λύτη, ποος εχε τόσο δημιουργικ ποδώσει ες τ λληνικ κα τν «Κύκλο μ τν κιμωλία». Το δυ ατ ργα το Μπρεχτ, μαζ μ τν «τρόμητη μάνα», πο περιελήφθη πίσης στ ρεπερτόριο το «Θεάτρου Τέχνης» θ συνθέσουν μία τριλογία Μπρεχτ. Κάρολος Κον νεκοίνωσε πίσης τι θ μφανίσει να πρόγραμμα Λόρκα μ βάση τ ργο «Πιρλινπλν κα Μπελίσσα» κα το Τέννεση Οΐλλιαμς τ ργο «δς Κήπων», πο παίζεται τώρα στν μερικν μ ληθιν θρίαμβο κα πο θεωρεται π τς ραιότερες πιτεύξεις το διασήμου μερικανο συγγραφέως. Τέλος στ ρεπερτόριο το «Θεάτρου Τέχνης» περιελήφθησαν κα ο «ρνιθες» το ριστοφάνους, πο θ νέβουν μ τν τίτλον τ «Πουλιά». θίασος θ χει κα το χρόνου τν δια βασικ σύνθεση, μ πρωταγωνίστρια μως πι τ Βέρα Ζαβιτσιάνου, πο τόσο ρεσε στ ργο το Τέννεση Οΐλλιαμς «Καλοκαίρι κα καταχνιά» τόσο στν θήνα, σο κα τώρα στν τουρν το «Θεάτρου Τέχνης».